Φωτογραφικός Κύκλος - Επέτειος Τριακονταετίας

Με την επέτειο κάθε δεκαετίας από την ίδρυση του «Φωτογραφικού Κύκλου» (1998-2008-2018) διοργανώθηκαν ισάριθμες επετειακές εκθέσεις φωτογραφίας, η πρώτη στο Σπίτι της Κύπρου, η δεύτερη στο Μουσείο Μπενάκη και η τρίτη (23-1-2018) στο μπαρ Booze. Τα κείμενα που συνοδεύουν αυτές τις εκθέσεις, υπογεγραμμένα από τον Πλάτωνα Ριβέλλη, παρατίθενται παρακάτω.


Τριάντα χρόνια «Κύκλος» (1988-2018)

Όταν ήμασταν μικροί, τα καλοκαίρια έμοιαζαν ατέλειωτα. Όταν μεγαλώσαμε, διαπιστώσαμε με έκπληξη ότι ο Ιούλιος βρέθηκε παράξενα κοντά στον Σεπτέμβριο. Αυτό συνέβη και με τις δεκαετίες του «Κύκλου». Το 1998, στην πρώτη επετειακή έκθεση στο Σπίτι της Κύπρου, νιώθαμε ότι ο «Κύκλος» είχε ήδη ένα μακρύ παρελθόν. Τώρα που κλείνουμε την τρίτη δεκαετία και μπαίνουμε στην τέταρτη, έχουμε την αίσθηση ότι μόλις προχτές γιορτάσαμε τα είκοσι χρόνια.

Πρέπει βέβαια να παραδεχτεί κανείς ότι δεν είναι ούτε συνηθισμένο ούτε εύκολο να κρατάει για τόσα χρόνια μια ομάδα ανθρώπων (με τις αυξομειώσεις της βέβαια), της οποίας το συνεκτικό στοιχείο δεν είναι κάποιο συμφέρον, αλλά απλώς μια κοινή χαρά και επιθυμία. Αν ήμασταν κατάστημα θα γράφαμε (με καμάρι) κάτω από την πινακίδα μας «Οίκος ιδρυθείς το 1988». Ξεπεράσαμε και χωνέψαμε οικονομικές δυσκολίες, προσωπικούς εγωισμούς, τεχνολογικές επαναστάσεις, μαζί βέβαια με τη φυσική κούραση που φέρνει ο χρόνος.

Τα σημειώματα που συνόδευσαν τις προηγούμενες εκθέσεις αναλύουν με λεπτομέρειες την πορεία και την προσφορά του «Κύκλου» στη φωτογραφία. Αυτό που μπορούμε να προσθέσουμε στο κλείσιμο των τριάντα χρόνων είναι ότι η ποιότητα και η ποικιλία της φωτογραφίας που γίνεται σήμερα στον «Κύκλο» είναι χωρίς καμία αμφιβολία μεγαλύτερη από ποτέ, ότι εκμεταλλευτήκαμε σε σημαντικό βαθμό τη διάδοση των νέων μέσων, όπως φαίνεται από την παρουσία μας στο διαδίκτυο και από τη συχνή μας ψηφιακή επικοινωνία, ότι υιοθετήσαμε με ευκολία τις νέες τεχνολογίες, ότι ανοιχτήκαμε (σε κάποιο βαθμό) στην περιφέρεια και ότι συνεχίσαμε, παρά τις οικονομικές αντιξοότητες, την προσπάθεια για διοργάνωση ομαδικών εκθέσεων και για παραγωγή φωτογραφικών λευκωμάτων. Και πάνω από όλα ότι δεν χάσαμε το κέφι μας και την περιέργειά μας. Κάτω από την πινακίδα του «μαγαζιού» μας ας γράψουμε, λοιπόν, «στις δεκαετίες που ακολουθούν».


Είκοσι Χρόνια «Κύκλος» (1988-2008) *

* Το κείμενο αυτό, υπογεγραμμένο από τον πρόεδρο του «Φωτογραφικού Κύκλου» Πλάτωνα Ριβέλλη, δημοσιεύεται με αφορμή την ομαδική έκθεση φωτογραφίας των μελών του «Κύκλου» το 2008 στο Μουσείο Μπενάκη (κτίριο οδού Πειραιώς) με τον τίτλο «Είκοσι Χρόνια Κύκλος».

Μέσα σε μια δεκαετία αλλάζουν σημαντικά οι ζωές τόσο των φυσικών όσο και των νομικών προσώπων. Έτσι τόσο η δική μου ζωή, όσο και αυτή τού «Κύκλου» έχουν σημαντικά διαφοροποιηθεί από το παρελθόν. Εντούτοις, οι πιο μεγάλες αλλαγές σχετίζονται με την τεχνολογική επανάσταση που άλλαξε πρακτικά και ουσιαστικά τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζουμε και εφαρμόζουμε τη φωτογραφία.

Η πρώτη προσωπική αλλαγή αφορά τη μετάβασή μου για μόνιμη διαμονή στο νησί τής Σύρου από το 2000, μια μετοίκηση που κατά κάποιο τρόπο συνέβαλε στη μερική αυτονόμηση των μελών «Κύκλου». Η αύξηση τής διαφοράς ηλικίας ανάμεσα σε μένα και την πλειοψηφία των μελών ήταν ένα άλλο γεγονός που οδήγησε στην ίδια κατεύθυνση. Οι σχέσεις μας έχουν γίνει πολύ περισσότερο φωτογραφικές παρά κοινωνικές και φιλικές. Η παρουσία μου στην Αθήνα μόνον για δύο μέρες την εβδομάδα περιόρισε άλλωστε τις επαφές και τις συζητήσεις μας στις αναγκαίες και κυρίως στις αποκλειστικά φωτογραφικές. Ο «Κύκλος» πήρε έτσι πολύ περισσότερο τη μορφή μιας ομάδας με συγγενικές αναζητήσεις και απόψεις, από εκείνη μιας μεγάλης παρέας που διασκέδαζε ίσως περισσότερο από όσο φωτογράφιζε.

Η δεύτερη προσωπική αλλαγή αφορά το αυξημένο ενδιαφέρον μου και την έντονη ενασχόλησή μου με τον κινηματογράφο, παράλληλα βέβαια με τη φωτογραφία, αλλά και με διαφορετικό περιεχόμενο από αυτήν. Διαλέξεις, σεμινάρια και βιβλία γύρω από τον κινηματογράφο έκλεψαν αρκετές ώρες που άλλοτε αφιέρωνα αποκλειστικά στη θεωρία και τη διδασκαλία τής φωτογραφίας. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με την μετοίκηση μου στη Σύρο, φάνηκε σε μερικούς σαν καλλιτεχνική και φιλική προδοσία και προτίμησαν να αποχωρήσουν. Είναι αυτονόητο ότι μια τέτοια στάση την κρίνω σαν κοντόφθαλμη και στείρα.

Παράλληλα όμως με τις παραπάνω χειροπιαστές αλλαγές είχε αρχίσει να διαμορφώνεται μέσα μου μια αίσθηση κορεσμού από τη ρουτίνα τής πολυετούς ζωής τού «Κύκλου», μέσα στους ίδιους «κουρασμένους» χώρους και με την απαράλλακτη επικοινωνία με έναν κλειστό αριθμό προσώπων. Τα σεμινάριά μου είχαν ακριβώς τον ίδιο ρυθμό μέσα στο ίδιο περιβάλλον. Οι εκθέσεις μας ασφυκτιούσαν στον μικρό χώρο τού πρώην καφενείου, τον οποίο επισκέπτονταν ελάχιστοι. Οι συναντήσεις τής «Πέμπτης» διεξάγονταν απαράλλακτες, με τις ίδιες λίγο-πολύ φωτογραφίες, μπροστά στο ίδιο κοινό, μια και δεν γινόταν, λόγω τού μικρού και περιορισμένου χώρου, να προσκληθούν και «εξωκυκλικοί». Το περιοδικό μας σταμάτησε στα 13 τεύχη ελλείψει προθυμίας συνεργατών και χρημάτων. Οι εκδόσεις με φωτογραφίες των μελών σταμάτησαν ελλείψει αγοραστών. Η βιβλιοθήκη τού «Κύκλου» είχε πλησιάσει τους 4.000 τόμους, αλλά είχε σχεδόν πάψει να ανανεώνεται, μια και οι περιορισμένες οικονομικές μας δυνατότητες σε συνδυασμό με τη διαπίστωση ότι ο καταιγισμός των νέων εκδόσεων δεν έφερνε συνήθως τίποτα πραγματικά νέο και αξιόλογο, είχαν σημαντικά επιβραδύνει τον εμπλουτισμό της.

Ο «Κύκλος», κατά τη γνώμη μου, έπρεπε να αλλάξει με έναν ή περισσότερους τρόπους. Αυτό θα αναζωογονούσε τα μέλη του, έστω και αν συνεπαγόταν και σημαντική αλλαγή στη σύνθεσή τους, αλλά κυρίως θα έδινε νέο ενδιαφέρον σε μένα τον ίδιο, που είχα και τη μεγαλύτερη ευθύνη κινητοποίησής του.

Μια γενική κάμψη ενθουσιασμού ήταν άλλωστε φανερή όχι μόνο στον «Κύκλο» αλλά και στον γενικότερο φωτογραφικό χώρο. Σχολές φωτογραφίας έκλεισαν, περιοδικά σταμάτησαν την κυκλοφορία τους ή συρρικνώθηκαν, οι ανά τη χώρα φωτογραφικές ομάδες περιορίστηκαν σε έναν ελάχιστο αριθμό, ενώ όλο και περισσότεροι νέοι φωτογράφοι ασχολούνταν μόνο με την καριέρα τους αδιαφορώντας για ό,τι αποτελούσε γύρω τους τον κόσμο τής φωτογραφίας.

Η πρώτη αφορμή αλλαγής δόθηκε με την πολύ μεγάλη και πετυχημένη έκθεση που διοργανώσαμε σε συνεργασία με το Μουσείο Μπενάκη το 2001 με φωτογραφίες των μελών από την Αθήνα. Η συνεργασία αυτή μου έδωσε την ιδέα να προτείνω στο Μουσείο να διεξάγονται τού λοιπού τα σεμινάριά μου στο μικρό αμφιθέατρο τής οδού Κουμπάρη. Η πρόταση έγινε με χαρά δεκτή και έτσι από το 2003 τα σεμινάρια διεξάγονται σε έναν όμορφο και γενναιόδωρο χώρο, με τη γειτνίαση ενός πολύ ευχάριστου κυλικείου για τα διαλείμματά μας και με την φιλική παρουσία και επίβλεψη τού κυρίου Στέλιου Μαργαρίτη, φύλακα, εκ των παλαιοτέρων, τού Μουσείου, νέο μέλος τού «Κύκλου» και καλό πλέον γνώστη τής φωτογραφίας. Το σεμινάριο επεκτάθηκε σε διάρκεια και από τετράμηνο έφτασε πλέον να καλύπτει οκτώ μήνες από τον Νοέμβριο μέχρι και τον Ιούνιο.

Η αλλαγή αυτή είχε και μια πρόσθετη ευεργετική συνέπεια. Έδωσε το μήνυμα στα μέλη, κάτι που δεν είχα καταφέρει ποτέ να καταστήσω σαφές, ότι ο «Κύκλος» και τα σεμινάριά μου δεν ταυτίζονταν αναγκαστικά, μια και τα σεμινάρια θα μπορούσα να τα διεξάγω σε τρίτους φιλόξενους χώρους, όπως έμπρακτα αποδεικνυόταν.

Το δεύτερο βήμα ήταν η διεξαγωγή των συναντήσεων τής Πέμπτης σε χώρους με δυνατότητα προσέλευσης μεγάλου αριθμού θεατών και με πιθανότητες καλύτερης δημοσιότητας. Μετά από λίγες απόπειρες σε θέατρα διαφόρων ιδρυμάτων, καταλήξαμε και πάλι στον φιλόξενο και καλαίσθητο χώρο τού Μουσείου Μπενάκη τής οδού Πειραιώς και στο μεγάλο του αμφιθέατρο των 400 θέσεων, χωρίς να παραλείψουμε να αναφερθούμε και εδώ στο επίσης άνετο κυλικείο του. Από το 2005 όλες μας οι συναντήσεις γίνονται εκεί και έχουν συγκεντρώσει ένα μέσο όρο θεατών που αγγίζει τους 300. Εκτός από παρουσίαση νέων Ελλήνων φωτογράφων (όχι μόνον μελών τού «Κύκλου»), κάνω ο ίδιος παρουσιάσεις μεγάλων σκηνοθετών, αλλά και προσκαλούνται για διαλέξεις καλλιτέχνες και επιστήμονες, που θίγουν ποικιλία θεμάτων. Έτσι, μας έχουν μέχρι σήμερα επισκεφθεί οι σκηνοθέτες κινηματογράφου Παντελής Βούλγαρης, Βασίλης Λουλές, Χρήστος Καρακέπελης, Εύα Στεφανή, Κατερίνα Φιλιώτου, οι συγγραφείς Βασίλης Αλεξάκης, Γιώργος Μπράμος, οι καθηγητές φιλοσοφίας Ευγενία Βεγλερή, Παύλος Σούρλας, η πιανίστα Λήδα Ζουρνατζή, ο αστροφυσικός Γιώργος Γραμματικάκης, οι ιδιοκτήτριες γκαλερί Τζούλια Δημακοπούλου, Μαρίνα Ηλιάδη, Ιλεάνα Τούντα, ο δικηγόρος Νίκος Φραγκάκης κ.ά.

Επομένως, οι δύο πιο σημαντικές δραστηριότητες τού «Κύκλου» (οι «Τετάρτες» των σεμιναρίων και οι «Πέμπτες» των συναντήσεων) φιλοξενούνται εδώ και μερικά χρόνια από το Μουσείο Μπενάκη. Επομένως η μνηστεία δεν θα ήταν πλέον απίθανο να καταλήξει και σε γάμο. Γιατί δηλαδή να μην έρθει η στιγμή, όπου ο «Φωτογραφικός Κύκλος» θα μπορέσει να μπει και πιο επίσημα κάτω από τη στέγη τού Μουσείου και να μετονομαστεί (πιθανόν) σε «Φωτογραφικό Κύκλο τού Μουσείου Μπενάκη».

Για την πραγματοποίηση αυτού τού (όχι και τόσο) μελλοντικού σχεδίου έπρεπε να λυθούν άλλα τέσσερα προβλήματα που σχετίζονται με τις δραστηριότητες τού «Κύκλου», τα οποία ευτυχώς ήδη έχουν λυθεί.

Το πρώτο αφορά τις εκθεσιακές μας δραστηριότητες. Το Μουσείο μπορεί να μας δίνει τον απαραίτητο χώρο για να παρουσιάζουμε μία ή δύο φορές τον χρόνο μια φωτογραφική δουλειά, κάτι που θα έχει σημαντικά μεγαλύτερη βαρύτητα από τις μικρές εκθέσεις που κάναμε κάποτε στον ελάχιστο χώρο τού καφενείου μας.

Το δεύτερο αφορά τη μεγάλη φωτογραφική βιβλιοθήκη τού «Κύκλου». Μέχρι σήμερα η βιβλιοθήκη αυτή ήταν διαθέσιμη μόνο στα μέλη τού «Κύκλου», αφού οικονομικά επιβάρυνε το σωματείο. Αποφασίσαμε, όμως, να χαρίσουμε τη βιβλιοθήκη αυτή στο Μουσείο Μπενάκη, το οποίο είναι σε θέση καλύτερα από μας να συντηρήσει τα ήδη ταλαιπωρημένα από τον χρόνο και το διάβασμα βιβλία και να ανανεώσει και να εμπλουτίσει το περιεχόμενό της. Αυτό θα επιτρέπει επίσης σε κάθε ενδιαφερόμενο να τη συμβουλεύεται.

Το τρίτο πρόβλημα αφορούσε τον σκοτεινό θάλαμο τού «Κύκλου», ο οποίος δεν ήταν δυνατόν να μεταφερθεί ποτέ στο Μουσείο λόγω απαιτήσεων χώρου και πολύπλοκων συνθηκών λειτουργίας. Τη λύση την έδωσε η ραγδαία εξάπλωση τής νέας ψηφιακής τεχνολογίας. Τα τελευταία χρόνια ελάχιστα μέλη εργάζονταν πλέον στον θάλαμο. Έτσι η κατάργησή του δεν στενοχώρησε και πολλούς, αφού μάλιστα οι ελάχιστοι προσκολλημένοι στην παραδοσιακή επεξεργασία είχαν ήδη οργανωμένο θάλαμο στο σπίτι τους.

Το τέταρτο και τελευταίο πρόβλημα αφορούσε τις λίγες αναγκαίες κλειστές συναντήσεις των μελών. Το φιλόξενο Μουσείο και πάλι μάς άνοιξε τις πόρτες του, έτσι ώστε όποτε το επιθυμούμε μπορούμε να συγκεντρωνόμαστε κάτω από ιδιαίτερα άνετες συνθήκες.

Έτσι, μέσα σε ελάχιστα χρόνια οι βασικές δραστηριότητες τού «Κύκλου» (σεμινάρια, συναντήσεις, παρουσιάσεις, προβολές, εκθέσεις, βιβλιοθήκη) μεταφέρθηκαν σε χώρους τού Μουσείου Μπενάκη. Η έδρα τού σωματείου παραμένει στην ίδια διεύθυνση τής οδού Τσακάλωφ, όπου πλέον έχει τοποθετηθεί για χρήση από τα μέλη και ένας πολύ καλός σαρωτής φιλμ, ώστε να λειτουργεί σαν ένας «φωτεινός θάλαμος» για την ψηφιοποίηση των παλιών τους αρνητικών.

Οι αλλαγές αυτές επέτρεψαν τη δραστική μείωση των δαπανών τού «Κύκλου», με συνέπεια την για πρώτη φορά εξίσου δραστική μείωση τής ετήσιας εισφοράς, η οποία από 365 ευρώ μειώθηκε στα 200. Επέτρεψαν το άνοιγμα τού «Κύκλου» σε πολύ περισσότερους θεατές των εκδηλώσεών του. Επέτρεψαν την οικονομική και διοικητική του χειραφέτηση από τη δική μου αναγκαία μέχρι σήμερα παρουσία και παρέμβαση. Επέτρεψαν την ελπίδα ότι ο «Κύκλος» κάτω από τη στέγη ενός σημαντικού και φιλόξενου Μουσείου έχει ελπίδες να επιβιώσει ανεξάρτητα από τη δική μου παρουσία ή από εκείνη των ιδρυτικών του μελών. Επέτρεψαν τη λειτουργία τού σωματείου κάτω από συνθήκες πολύ πιο άνετες, έως μερικές φορές και πολυτελείς.

Οι αλλαγές αυτές προσέφεραν όχι λίγα οφέλη και στο Μουσείο. Τού προσέφεραν μια ζωντανή και κυρίως νεανική κοινότητα ανθρώπων που δίνει φρέσκια πνοή στη λειτουργία τού Μουσείου. Τού προσέφεραν ενδιαφέρουσες και ανέξοδες εκδηλώσεις κάθε Πέμπτη, γεμίζοντας ένα αμφιθέατρο με ένα ενθουσιώδες κοινό. Τού προσέφεραν μια ανεκτίμητη και πολύ μεγάλη φωτογραφική βιβλιοθήκη, τής οποίας πάρα πολλά βιβλία είναι δυσεύρετα ή εξαντλημένα.

Ελπίζω η συνεργασία αυτή να συνεχίσει και να αποδώσει ακόμα περισσότερους καρπούς. Αισθάνομαι μάλιστα τη χαρά, περισσότερο και από την ανάγκη, να εκφράσω την αγάπη μου σε όλους τους ιθύνοντες, καθώς και στα μικρά και μεγάλα τα στελέχη τού Μουσείου Μπενάκη με τους οποία συνεργαζόμαστε αρμονικά και με αγάπη πρωτόγνωρη για τα δεδομένα τού (σχεδόν) δημόσιου χώρου. Ενδεικτικά και ιδιαίτερα θέλω να αναφερθώ στον Άγγελο Δεληβοριά και στην Ειρήνη Γερουλάνου, αλλά και σε όλα τα στελέχη των γραφείων. Στην Αιμιλία και στον Μαρίνο Γερουλάνο, αλλά και σε όλα τα μέλη τού Διοικητικού Συμβουλίου. Στη Φανή Κωνσταντίνου, αλλά και σε όλο το προσωπικό τού Φωτογραφικού Αρχείου. Στον αγαπητό μας Στέλιο Μαργαρίτη, αλλά και σε όλους τους φύλακες. Στον Μανώλη Μπλαζάκη και τον Γιάννη Ζερβάκη, αλλά και σε όλους τους τεχνικούς. Και, τέλος, στον Τάκη..., αλλά και σε όλους τους σερβιτόρους των κυλικείων.

Η σύνθεση των μελών τού «Κύκλου» έχει ελαφρώς αλλάξει από το παρελθόν. Εκτός από τις κατηγορίες που ανέφερα στο σημείωμά μου για τη δεκαετή επέτειο, προστέθηκαν και άλλες τρεις κατηγορίες που από νυν έγιναν πρώην μέλη. Εκείνοι που ερχόντουσαν κυρίως για την κοινωνική συναναστροφή στο καφενείο μας, εκείνοι που, παραδόξως, αντιμετώπιζαν τον «Κύκλο» σαν εκπτωτικό κατάστημα και αγόραζαν φωτογραφικά είδη και βιβλία με μειωμένες τιμές και, τέλος, εκείνοι (πολύ λίγοι ευτυχώς) που δεν συμφώνησαν με το κινηματογραφόφιλο ενδιαφέρον μου. Οι νέες συνθήκες προφανώς δεν τους καλύπτανε και γι' αυτό δικαίως έφυγαν.

Τα μέλη τού «Κύκλου» σήμερα (το σωματείο μας αριθμεί 160 μέλη) ασχολούνται ενεργά με τη φωτογραφία σε πολύ μεγαλύτερο ποσοστό από άλλοτε. Προσέρχονται τις Πέμπτες σε πολύ μεγαλύτερο ποσοστό από άλλοτε. Και, τέλος, αριθμούν πολύ λιγότερες (από το παρελθόν) άμετρες προσωπικές φιλοδοξίες. Αυτά τα χαρακτηριστικά κάνουν τον «Κύκλο» κατά τη γνώμη έναν ζωντανό και παραγωγικό οργανισμό.

Στο παλιό μας μανιφέστο θα έπρεπε να προστεθεί μία ακόμα παράγραφος που να αφορά την ψηφιακή τεχνολογία. Δεν φοβόμαστε την ψηφιακή τεχνολογία, αλλά αντιθέτως χαιρόμαστε για τις ευκολίες που προσφέρει, οι οποίες φέρνουν περισσότερο κόσμο κοντά στη φωτογραφία. Το γεγονός ότι το κόστος τής φωτογράφισης είναι πλέον μηδαμινό, όπως επίσης η ευκολία ότι ο θάλαμός μας είναι πλέον ο υπολογιστής μας, ο οποίος και «φωτεινός» είναι και σε κάθε σπίτι βρίσκεται, δεν μπορεί παρά να είναι κάτι που μας δίνει χαρά. Οι νέες όμως τεχνολογίες δημιουργούν και νέα προβλήματα που απαιτούν νέα αντιμετώπιση. Πάνω σε αυτά σκεφτόμαστε τώρα και δεν είναι απίθανο οι νέες λύσεις να μας δώσουν και νέα ώθηση για τη φωτογραφία.

Η νέα ψηφιακή τεχνολογία μάς έδωσε και την ιδέα να εκθέσουμε τη δουλειά μας σε οθόνες monitor αντί για τον παραδοσιακό τρόπο με κάδρα και πασπαρτού. Είναι σίγουρο ότι η μέθοδος αυτή θα ξενίσει πολλούς, οι οποίοι δυσκολεύονται γενικώς με κάθε είδους αλλαγές. Εντούτοις, αφενός πρέπει να συνηθίσουμε ότι η φωτογραφία σαν εικόνα μπορεί να χρησιμοποιεί την οθόνη, αφού μάλιστα η τελευταία έχει γίνει κυρίαρχο στοιχείο τής ζωής μας, και αφετέρου πρέπει να μάθουμε να εκμεταλλευόμαστε οτιδήποτε ευνοεί τη φτηνότερη και μεγαλύτερη διάδοση των φωτογραφιών. Στον χώρο τής ίδιας έκθεσης με τον παραδοσιακό τρόπο θα μπορούσαμε να εκθέσουμε περί τις 60 μεσαίου μεγέθους φωτογραφίες με ένα αρκετά υψηλό κόστος παραγωγής των φωτογραφιών. Τώρα μπορούμε να εκθέσουμε απεριόριστο αριθμό φωτογραφιών στο ίδιο ή και μεγαλύτερο μέγεθος με μηδενικό κόστος παραγωγής. Ο αριθμός των περίπου 1.200 φωτογραφιών που εκθέτουμε είναι ηθελημένα περιορισμένος (!) για να εξασφαλιστεί υψηλό επίπεδο δουλειάς και να μπορέσει ο θεατής να δει, σε μία ή περισσότερες επισκέψεις του, όλες τις φωτογραφίες. Αυτό μας δίνει χαρά γιατί μπορούμε να δείξουμε τη δουλειά 70 ή 80 φωτογράφων και μάλιστα με αρκετά δείγματα από τον καθένα, ώστε να προκύψει (αν και όπου βέβαια υπάρχει) η προσωπική προσέγγιση και πρόταση, και όχι δουλειά 60 φωτογράφων με μία φωτογραφία σαν δείγμα. Μας δίνει επίσης χαρά γιατί ο θεατής θα έχει πράγματι άφθονο υλικό να μελετήσει, να απολαύσει ή να απορρίψει, και δεν θα παρατηρείται το φαινόμενο των ταλαίπωρων θεατών που αναλώνουν αρκετά λεπτά μπροστά σε μια φωτογραφία προσπαθώντας να τηρήσουν τα προσχήματα μιας ευγενικής επίσκεψης ή ελπίζοντας πως μέσα από την ποιότητα τής εκτύπωσης θα ανακαλύψουν μια ουσιαστική ποιότητα που πολύ φυσικά δεν αναγνωρίζουν. Άλλωστε μια μελέτη τού προ δωδεκαετίας μανιφέστου δείχνει ότι από τότε είμαστε ανοικτοί σε κάθε είδους παρουσίαση που δεν πριμοδοτούσε την υλικότητα τής φωτογραφικής εικόνας.

Η τελευταία παράγραφος τού σημειώματός μου για τα δέκα χρόνια τού «Κύκλου» περιλάμβανε διαπιστώσεις σχετικά με την προσφορά τού σωματείου, καθώς και σχέδια και ευχές για το μέλλον. Η προσφορά τού «Κύκλου» στα μέλη και στην καλλιτεχνική κοινότητα εξακολουθεί να ισχύει και να επαυξάνει. Αψευδής μάρτυρας γι' αυτό είναι η συνεχής αναγνώριση αυτής τής προσφοράς τόσο από μέλη που έχουν για διαφόρους λόγους αποχωρήσει, όσο και από αντιπάλους των καλλιτεχνικών απόψεών μας. Αλλά και η απλόχερη φιλοξενία και στέγη που μας προσφέρει το Μουσείο Μπενάκη είναι και αυτή μια απόδειξη τού σεβασμού που διαχέει το εικοσαετές έργο τού «Κύκλου». Οι ευχές και τα σχέδια για το μέλλον ισχύουν επίσης με μικρές αλλαγές. Η επικοινωνία μας με τη φωτογραφία τού εξωτερικού δείχνει με μικρά βήματα να βελτιώνεται. Το επίπεδο τής φωτογραφίας τού «Κύκλου» σε σύγκριση με το ίδιο προ δεκαετίας δείχνει κατά τη γνώμη μου μία βελτίωση στο σύνολό του και πάντως δεν χαρακτηρίζεται από στασιμότητα. Η συνεργασία μας με το Μουσείο Μπενάκη είναι ένα νέο επίτευγμα, αλλά ταυτόχρονα και ένας νέος στόχος για πιο μόνιμο και αποδοτικό δεσμό. Η μόνη οπισθοδρόμηση παρατηρείται στον εκδοτικό τομέα, όπου το κόστος των εκδόσεων, η απροθυμία ή η ανυπαρξία των χορηγών, οι ανυπέρβλητες δυσκολίες διανομής και η αδιαφορία των αγοραστών έχει καταδικάσει σε αφάνεια κάθε σοβαρή καλλιτεχνική φωτογραφική έκδοση. Η έλλειψη όμως αυτή έχει αντικατασταθεί από την ιστοσελίδα τού «Φωτογραφικού Κύκλου» (www.photocircle.gr), η οποία προσφέρει τόσες πληροφορίες, κείμενα και φωτογραφίες, ώστε να είναι η πιο δημοφιλής σε επισκεψιμότητα φωτογραφική ιστοσελίδα τής χώρας μας.


Δέκα χρόνια «Κύκλος» (1988-1998) *

* Το κείμενο αυτό, υπογεγραμμένο από τον πρόεδρο τού «Φωτογραφικού Κύκλου» Πλάτωνα Ριβέλλη, δημοσιεύτηκε με αφορμή την ομαδική έκθεση φωτογραφίας των μελών τού «Κύκλου» το 1988 στο Σπίτι τής Κύπρου με τον τίτλο «Δέκα χρόνια «Κύκλος».

Όταν πριν από δεκαπέντε χρόνια εγκατέλειψα την άσκηση τής δικηγορίας και άρχισα να ασχολούμαι σοβαρά και αποκλειστικά με τη φωτογραφία, δεν μπορούσα να φανταστώ τη συνέχεια, ούτε σαν περιεχόμενο ούτε σαν ταχύτητα εξελίξεων. Μέσα στα πέντε επόμενα χρόνια, δοκιμάζοντας τις δυνάμεις μου και τις ικανότητές μου ως φωτογράφου, εκδότη, καταστηματάρχη, συγγραφέα και δασκάλου, κατέληξα ότι το πιο ενδιαφέρον και το πιο σημαντικό από όσα με είχαν απασχολήσει στον νέο χώρο ενδιαφερόντων μου ήταν η διδασκαλία τής φωτογραφίας. Όλα τα υπόλοιπα, αν και όχι αμελητέα, λειτουργούσαν περισσότερο σαν πλαίσιο και ενίσχυση αυτής. Μόνο που η δουλειά ενός δασκάλου καλλιτεχνικής φωτογραφίας, που ήταν το περιεχόμενο τού μαθήματός μου, αφού αυτό μόνο με ενδιέφερε και αυτό μόνο γνώριζα, δεν μπορούσε να τελειώνει στην παρουσίαση γενικών αρχών, ούτε αποκλειστική μου ικανοποίηση μπορούσε να είναι ο συνεχώς αυξανόμενος αριθμός των εναλλασσόμενων μαθητών.

Κάνοντας τότε μια μικρή ανασκόπηση διαπίστωσα με παράπονο ότι οι περισσότεροι από τους μαθητές μου των περασμένων χρόνων, ακόμα και εκείνοι τους οποίους θεωρούσα πολύ ικανούς, είχαν απομακρυνθεί από τη φωτογραφία. Σκέφτηκα επομένως ότι αυτό που χρειάζεται ο νέος φωτογράφος (νέος στη φωτογραφία, όχι αναγκαστικά στην ηλικία) είναι μια συμπαράσταση. Η φωτογραφία είναι εύκολη και όχι απρόσιτη για τον κόσμο. Γι' αυτό όμως γίνεται ιδιαίτερα άχαρη, ή και σκληρή ακόμα, όταν κάποιος ανακαλύψει τις δυσκολίες της και όταν μάλιστα ο περίγυρός του αδυνατεί πλέον να τον παρακολουθήσει.

Τι όμως είναι αυτό που απαιτείται για τη συμπαράσταση σε έναν νέο καλλιτέχνη τής φωτογραφίας; Και εδώ πρέπει να σημειώσω ότι η λέξη «καλλιτέχνης» δεν χρησιμοποιείται για να δώσει έμφαση στην ποιότητα, αλλά στην σοβαρότητα με την οποία κάποιος αντιμετωπίζει τη φωτογραφία. Από την προσωπική μου πείρα ως δασκάλου και φωτογράφου είχα καταλάβει ότι υπάρχουν παράγοντες υλικοί και ηθικοί που θα ήταν, όχι βέβαια απαραίτητοι για τη στήριξη ενός φωτογράφου, αλλά πάντως χρήσιμοι. Στην πρώτη κατηγορία συγκαταλέγεται ένας καλά οργανωμένος θάλαμος (πράγμα σχετικά προσιτό για τους περισσότερους) και μια πλήρης και άριστα ενημερωμένη βιβλιοθήκη (πράγμα σχεδόν απρόσιτο για έναν άνθρωπο μόνο του). Οι δικές μου γνώσεις στηρίχτηκαν κυρίως στα βιβλία. Από αυτά έμαθα και μαθαίνω φωτογραφία και μάλιστα, όπως είναι νομίζω φυσικό, λιγότερο διαβάζοντας και περισσότερο βλέποντας. Στη δεύτερη κατηγορία υπάγεται κυρίως η ανάγκη διαρκούς κριτικής και συζήτησης γύρω από τη φωτογραφία, μέσα βέβαια στο πλαίσιο ενός αποδεκτού στόχου και διαλόγου. Υπάγεται επίσης η ανάγκη για τη δημιουργία κινήτρων, που θα δώσουν την ευκαιρία στον δημιουργό να ξεπεράσει τις καλλιτεχνικές αναστολές του μέσα από την επιθυμία του να υπηρετήσει τον συγκεκριμένο κάθε φορά στόχο.

Αυτά όμως τα καθαρώς φωτογραφικά ελατήρια, αν και αρκετά για να με κάνουν να αποφασίσω την ίδρυση ενός ειδικευμένου χώρου, ενισχύθηκαν από άλλες δύο διαπιστώσεις: αφενός την ανάγκη που έχουν (μερικοί, όχι όλοι) να μην νιώθουν μόνοι με τις καλλιτεχνικές τους σκέψεις και ανησυχίες, που δεν μετρούν με την ίδια βαρύτητα για τον υπόλοιπο κόσμο, και αφετέρου τη σημασία που έχει στη σημερινή κοινωνία η ύπαρξη μικρών πυρήνων συγκέντρωσης ανθρώπων με κοινές ιδέες και ελπίδες, που δεν είναι αναγκαστικά αυτές που προβάλλονται από το σύνολο τής κοινωνίας. Οι μικροί αυτοί πόλοι υγιούς, θα έλεγα, αντίστασης στην ισοπέδωση που επιφέρουν οι άνωθεν και έξωθεν επιβαλλόμενοι ως αυτονόητοι και μοναδικοί στόχοι, με την συνήθως μονοσήμαντη και ωφελιμιστική τους διάσταση, αποτελούν σχεδόν την μόνη δυνατή και αποτελεσματική πολιτική πράξη.

Οι σκέψεις αυτές οδήγησαν, την άνοιξη τού 1988, στη σύσταση ενός Σωματείου ύστερα από πρωτοβουλία δική μου και σε συνεργασία με μερικούς μαθητές μου, με έδρα το ισόγειο τής οδού Τσακάλωφ 44 και επωνυμία «Φωτογραφικός Κύκλος». Η λέξη «Φωτοχώρος», τής οποίας η πατρότητα οφείλεται από το 1984 στον φίλο μου Χρίστο Ζουράρι και την οποία είχαμε χρησιμοποιήσει για πρώτη φορά βαφτίζοντας το κατάστημα φωτογραφικών ειδών που λειτούργησε στην ίδια διεύθυνση από το 1984 μέχρι το 1990, δεν προτιμήθηκε, επειδή δεν θέλαμε να δημιουργηθεί σύγχυση ανάμεσα στο τότε γνωστό εμπορικό μαγαζί μας και στο νεότευκτο σωματείο. Άλλωστε, η λέξη «Κύκλος» συμβόλιζε και την έννοια τής παρέας, έννοια που θέλαμε να τονίσουμε, πέραν τού ότι παρέπεμπε και στον «φαύλο» γεννώντας ποικίλους συνειρμούς. Όσο για το όνομα Quark, που προέκυψε από τις επιστημονικο-καλλιτεχνικές συζητήσεις μου με τον Γιώργο Γραμματικάκη κατά τη δεκαετία τού '70 και που χρησιμοποιήθηκε ως τίτλος τής αίθουσας στην οδό Αραχώβης 22, όπου παρέδιδα τα σεμινάριά μου από το 1981 μέχρι το 1988, έπρεπε να εγκαταλειφθεί ως δυσνόητο, ξενόγλωσσο, αλλά και για να τονιστεί η αλλαγή πλεύσης με την ίδρυση τού «Κύκλου».

Ο αρχικός ενθουσιασμός μάς παρέσυρε, όπως ήταν φυσικό, σε μερικά σφάλματα, κυριότερο των οποίων ήταν η επιθυμία μας να μετρούμε την επιτυχία τού «Κύκλου» με την αύξηση των μελών του. Σιγά-σιγά όμως καταλάβαμε ότι το σημαντικό είναι μια κοινή γλώσσα, ένα κοινό ήθος και ενδεχομένως μια κοινή άποψη, που θα συνδέουν τα μέλη μεταξύ τους, μια και δεν μπορεί να αναπτυχθεί, από τη φύση των σκοπών τού Σωματείου, ένας δεσμός πάνω σε μετρήσιμα κοινά υλικά συμφέροντα. Αυτό έγινε εν τέλει δυνατό και οφείλεται κυρίως στο γεγονός ότι τα περισσότερα μέλη τού «Κύκλου» ξεκινούν τη συμμετοχή τους σ' αυτόν από ένα τετράμηνο βασικό σεμινάριο εισαγωγής στην καλλιτεχνική φωτογραφία, που παραδίδω ο ίδιος. Αυτό, αν δεν εξασφαλίζει κοινές απόψεις, διευκολύνει πάντως την αμοιβαία κατανόηση και τη χρήση κοινής διαλέκτου, έστω και για να οροθετήσουμε τις διαφωνίες μας. Θεωρώ πάντως άδικο και αυθαίρετο να χαρακτηρίζονται όλα τα μέλη τού «Κύκλου» εσαεί μαθητές μου, μόνο και μόνο επειδή κάποτε υπέστησαν τη διδασκαλία μου επί ένα τετράμηνο μέσα σε δέκα χρόνια, όπως επίσης να θεωρείται ο «Κύκλος» σχολείο ή συνάθροιση μαθητών. Αρκεί να σκεφτεί κανείς ότι στο διάστημα των τελευταίων δεκαεπτά χρόνων δίδαξα στο πλαίσιο των σεμιναρίων μου σε σχολεία, Πανεπιστήμια και ιδιωτικά τμήματα μερικές χιλιάδες μαθητών, ενώ τα μέλη τού «Κύκλου» σήμερα δεν ξεπερνούν τα διακόσια τριάντα.

Αυτό τελικά που πρότεινε ο «Κύκλος» ήταν μια ιδιότυπη σύνθεση δραστηριοτήτων και προσφορών, τέτοια που δυσκολεύει τον ακριβή χαρακτηρισμό του. Σεμινάρια, συναντήσεις, διαλέξεις, προβολές, βιβλιοθήκη, σκοτεινός θάλαμος, εκδόσεις και εκθέσεις. Αρχικά πίστεψα ότι πολλοί φωτογράφοι και δάσκαλοι θα γινόντουσαν μέλη, έστω (και δεν είναι λίγο) για τη χρήση τής σημαντικής βιβλιοθήκης και για την περιέργεια να παρακολουθούν τη δουλειά πολλών νέων φωτογράφων. Η ελπίδα μου αυτή διαψεύστηκε, με αρκετή έκπληξή μου είναι αλήθεια, αλλά πιθανόν αυτό να ήταν τελικά πιο σωστό και πιο ωφέλιμο. Άλλωστε ο «Κύκλος» έπρεπε κατά την άποψή μου να έχει τα χαρακτηριστικά μιας μεγάλης παρέας. Σήμερα μπορώ να πω ότι υπάρχει μεγάλη συγγένεια και συνάφεια μεταξύ των μελών και γι' αυτό ο «Κύκλος» έχει «χαρακτήρα» και «κατεύθυνση». Για πολλούς «εξωκυκλικούς» το γεγονός αυτό είναι αρνητικό και το εκλαμβάνουν ως ομοιομορφία ή, ακόμα χειρότερα, ως ισοπέδωση. Έχω συχνά φέρει σαν παράδειγμα την πολιτική τής καθολικής εκκλησίας σε σχέση με τα μοναχικά τάγματα. Εκεί όλοι υπηρετούν τον Θεό, αλλά δεν είναι σίγουρο ότι ο χαρακτήρας και οι πεποιθήσεις ενός Φραγκισκανού, ενός Ιησουΐτη και ενός Τραπιστή μπορούν εύκολα να συνυπάρξουν και να αποδώσουν έργο κάτω από την ίδια στέγη. Για τον λόγο αυτόν υπάρχουν και αναπτύσσονται πολλές απόψεις σε διαφορετικές ομάδες, η καθεμιά από τις οποίες εργάζεται αρμονικά, επειδή τα μέλη που την συναπαρτίζουν συμφωνούν σε έναν βασικό αριθμό κοινώς αποδεκτών μεθόδων και αντιλήψεων.

Είναι όμως γεγονός ότι οι Έλληνες δεν είμαστε εξοικειωμένοι με την έννοια τής λέσχης, τής ομάδας που υπάρχει λόγω γενικών επιλογών και όχι συμφερόντων. Πολύ ευκολότερα ένας Έλληνας θα αντιλαμβανόταν την ανάγκη μιας συνδικαλιστικής ή αθλητικής ομάδας, ή την ύπαρξη ενός κόμματος, όπου ο ορατός κοινός σκοπός θα εξασφάλιζε τις απαραίτητες για την ύπαρξή τους ισορροπίες, και πολύ δύσκολα την ανάγκη για μια ομάδα, τής οποίας η ύπαρξη θα ήταν και ο τελικός σκοπός. Ο «Κύκλος» δηλαδή δεν υπάρχει για να εκπληρώσει ένα έργο επί τής γης ή για να εξασφαλίσει την ευημερία των μελών του, τα οποία θεωρητικώς θα μπορούσαν και από μόνα τους να κάνουν ό,τι κάνουν εντός «Κύκλου». Υπάρχει γιατί υπόσχεται και εξασφαλίζει στα μέλη του κάτι που είναι αναγκαίο μόνον στον βαθμό που κάποιος αισθάνεται την έλλειψή του: Μια κοινή ποιότητα, μια συντροφικότητα, μια ανταλλαγή, μια αλληλοεκτίμηση και μια αμοιβαία συμπάθεια. Αυτά για μερικούς διευκολύνουν το έδαφος τής δημιουργίας και γι' αυτό τα αποζητούν, ιδιαιτέρως μάλιστα στην εποχή μας, όπου επικρατεί μια γενική σύγχυση κάτω από έναν ασφυκτικό μανδύα ωφελιμισμού και αποτελεσματικότητας. Όταν ως καλλιτέχνης πρεσβεύεις τη γοητεία τού άχρηστου, έχεις συνήθως την επιθυμία να βρεις και άλλους για να την μοιραστείς. Η εποχή μας βέβαια δεν έχει ανάγκη καλλιτεχνικών ομάδων που προσπαθούν να επιβάλλουν με μαχητικό τρόπο καλλιτεχνικές απόψεις δήθεν αλάνθαστες, όπως συνέβη στον μεσοπόλεμο με πολλά γνωστά και σημαντικά κινήματα. Οτιδήποτε όμως δίνει απάντηση στην απομόνωση και στον ατομικό ανταγωνισμό είναι αναγκαίο και ευπρόσδεκτο. Και ο «Κύκλος» καλύπτει εν μέρει αυτήν την ανάγκη.

Τα χαρακτηριστικά, ή, αν προτιμάτε, το «προφίλ», των μελών τού «Κύκλου» άρχισαν με τον καιρό να διαμορφώνονται μέσα από το είδος τής φωτογραφίας τους και από τον τρόπο τής καλλιτεχνικής συμπεριφοράς τους. Αυτό δεν έγινε με κάποια αυταρχική απόφαση, αλλά σταδιακά μέσα από τις συζητήσεις και τις έσωθεν επιλογές. Δεν υπάρχει δηλαδή μια εκ των προτέρων επιλογή μελών βάσει κριτηρίων. Οποιοσδήποτε μπορεί να γίνει μέλος τού «Κύκλου», αρκεί να το επιθυμεί και να καταβάλει την ετήσια εισφορά. Μόνο που αφού βρεθεί μέσα στον «Κύκλο», αν διαπιστώσει ότι η φωτογραφία που ο ίδιος κάνει δεν ανταποκρίνεται στις προσδοκίες των υπολοίπων (η γνώμη των οποίων εκφράζεται μέσα από οργανωμένες ή τυχαίες συναντήσεις), ή ότι ο ίδιος δεν εκτιμά το έργο των άλλων, είναι λογικό και αναμενόμενο να αποχωρήσει. Πράγματι, μελετώντας τον κατάλογο των πρώην μελών τού «Κύκλου» διαπίστωσα τρεις κατηγορίες μελών που αποχώρησαν. Την πρώτη και μεγαλύτερη απαρτίζουν όσοι ήρθαν, χάρηκαν, συμφώνησαν, αλλά εγκαταλείψανε τη «μαχόμενη» καλλιτεχνική φωτογραφία. Γι' αυτούς ο «Κύκλος» υπήρξε μια χρήσιμη και ευχάριστη παρένθεση, χωρίς από κει και πέρα να μπορεί να τους προσφέρει κάτι περισσότερο, μια και έπαψαν να ασχολούνται σοβαρά με τη φωτογραφία. Η δεύτερη αριθμεί πολύ λιγότερους. Πρόκειται για εκείνους που οδηγήθηκαν σε ένα είδος φωτογραφίας πολύ μακριά από την αισθητική άποψη τού «Κύκλου». Και η τρίτη, και χαρακτηριστικά πιο ενδιαφέρουσα, περιλαμβάνει επίσης λίγους, εκείνους που πέτυχαν κάπως σε έναν χώρο εφαρμοσμένης εμπορικής φωτογραφίας. Δεν πρόκειται φυσικά για όλους τους «επαγγελματίες», μερικοί από τους οποίους παραμένουν στον «Κύκλο» χάριν τής προσωπικής τους δουλειάς, αλλά για εκείνους για τους οποίους- τουλάχιστον έτσι υποθέτω - η επαγγελματική επιτυχία στάθηκε ηθικά πιο σημαντική και τους απορρόφησε τον χρόνο, αλλά και την αντοχή να υποβάλουν σε συνεχή κρίση και αμφισβήτηση τη δουλειά τους. Δεν πρέπει βέβαια να παραλείψω μιαν αυτονόητη τέταρτη κατηγορία μελών, που, χωρίς να εμπίπτουν σε καμιά από τις προηγούμενες, αποχώρησαν, είτε λόγω προσωπικών διαφωνιών είτε λόγω αδυναμίας τους να λειτουργήσουν σε πολυπληθείς παρέες.

Η φιλοσοφία τού «Κύκλου» και ο κορμός των απόψεών του διαμορφώθηκε πρωτίστως από μένα που υπήρξα και ο ιδρυτής και ο δάσκαλος, και ο γηραιότερος από όλους τους υπόλοιπους, αλλά επηρεάστηκε σημαντικά από όλα τα μέλη, τα οποία επέδρασαν σταδιακά και στις επιλογές και πάνω στις δικές μου ιδέες. Πιστεύω ότι οι μεγαλύτεροι μου δάσκαλοι, πέρα φυσικά από τα βιβλία, υπήρξαν οι μαθητές μου. Και νομίζω ότι τόσο οι απόψεις μου, όσο και η διδασκαλία μου, υπέστησαν πολλές διορθώσεις πορείας τα τελευταία χρόνια. Θα ήταν βέβαια παράλογο να συμβεί το ίδιο και με τις βασικές κατευθύνσεις, αφού αυτές στηρίζονται σε γενικότερες αισθητικές και ηθικές απόψεις, που ούτε εύκολα, ούτε σε ώριμη ηλικία μπορούν να αλλάξουν, τουλάχιστον χωρίς να συμπαρασύρουν και άλλα ζωτικά στηρίγματα. Ένα σκιαγράφημα των απόψεων αυτών αποτέλεσε περιεχόμενο ενός μικρού μανιφέστου που δημοσιεύσαμε πριν από δύο χρόνια, για να δείξουμε ότι ο «Κύκλος» έχει κάποιες αρχές και δεν αποτελεί συνονθύλευμα διαφορών, αλλά και για να τονίσουμε ότι οι αρχές αυτές είναι πολύ γενικές και όχι αμετακίνητες. Σε γενικές γραμμές πιστεύω ότι τα περισσότερα μέλη τις ασπάζονται.

Οι δραστηριότητες τού «Κύκλου» κινούνται γύρω από τη φιλοσοφία του. Το βασικό σεμινάριο αποτελεί την εισαγωγή, τη βάση, από την οποία ξεκινάει η εκμετάλλευση των δυνατοτήτων που προσφέρει ο «Κύκλος». Μετά από αυτό μπορεί κανείς να εκτιμήσει και να αξιοποιήσει καλύτερα τη βιβλιοθήκη του. Μια βιβλιοθήκη που αριθμεί περί τα τρεις χιλιάδες φωτογραφικά βιβλία και που ενημερώνεται συνεχώς με τα περισσότερα βιβλία που κυκλοφορούν διεθνώς, με ένα πολύ υψηλό ετήσιο κόστος ενημέρωσης. Από το σεμινάριο όμως ξεκινάει και η διαμόρφωση μιας γλώσσας συνεννόησης μεταξύ μας, την οποία χρησιμοποιούμε για την μετέπειτα κριτική και επικοινωνία. Το σεμινάριο αυτό ακολουθείται από περισσότερα και μικρότερα σε διάρκεια σεμινάρια, που έχουν ως στόχο τη διατήρηση και καλλιέργεια των μελών στη φωτογραφική πρακτική, ενώ παράλληλα εξασφαλίζουν την ενημέρωσή τους σε νέες ιδέες και απόψεις. Τέτοια σεμινάρια είναι: Το «σεμινάριο παλαιών» που γίνεται μια Παρασκευή κάθε μήνα, όπου συζητιούνται portfolios και παρουσιάζεται η δουλειά νέων αλλοδαπών φωτογράφων ή προσεγγίζονται νέα καλλιτεχνικά θέματα. Το «σεμινάριο τής Πάρου», όπου σε ατμόσφαιρα ευχάριστη αν και πιεστική, γίνεται καθημερινή φωτογράφιση και κριτική επί δεκατρείς ημέρες, με παράλληλη προβολή και συζήτηση ταινιών πάνω σε θέματα που σχετίζονται με διαφόρους καλλιτεχνικούς χώρους. Το «σεμινάριο τής Τοσκάνης», όπου επί δεκαπέντε μέρες επιδιώκεται, παράλληλα με την καθημερινή φωτογράφιση και κριτική, η καλλιέργεια και η έμπνευση που αυτοί οι φορτισμένοι από την Αναγέννηση χώροι μπορούν να προσφέρουν. Μεγάλη υπήρξε και η ικανοποίησή μου βλέποντας πολλούς από τους πρώην μαθητές μου και μέλη τού «Κύκλου» να διδάσκουν και αυτοί με τη σειρά τους σε άλλα σεμινάρια και σχολές.

Πέραν όμως από τα σεμινάρια σημαντικότατο ρόλο στην επικοινωνία μέσα στον «Κύκλο» παίζουν οι «Πέμπτες», όταν δηλαδή κάθε βδομάδα συγκεντρώνεται μεγάλος αριθμός μελών για να δει και να συζητήσει τη δουλειά άλλων φωτογράφων-μελών ή και τρίτων Ελλήνων ή αλλοδαπών προσκεκλημένων φωτογράφων. Τις μέρες αυτές έχουν μερικές φορές πραγματοποιηθεί και διαλέξεις πάνω σε διάφορα εκτός φωτογραφίας θέματα που είναι λογικό και σωστό να απασχολούν τους νέους καλλιτέχνες. Η επικοινωνία όμως και η ανταλλαγή απόψεων είναι συνεχής στον «Κύκλο», αφού εκεί στηρίζεται και η δικαίωση τής ύπαρξής του. Έτσι, στο καφενείο του ή στη βιβλιοθήκη του συνεχώς θα συναντήσει κανείς φωτογράφους να δείχνουν φωτογραφίες τους ο ένας στον άλλον και να συζητούν για διάφορες φωτογραφικές απόψεις τους.

Εκείνο βέβαια που όλοι γνωρίζουμε, αλλά που γίνεται οδυνηρά αντιληπτό από κάποιον που διδάσκει, είναι η έλλειψη μιας οποιασδήποτε καλλιτεχνικής καλλιέργειας και επαφής με το καλλιτεχνικό γεγονός (τουλάχιστον στη συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων) λόγω σχετικής αδυναμίας ή αδιαφορίας τού σχολικού ή οικογενειακού περιβάλλοντος. Την έλλειψη αυτή προσπαθούμε να καλύψουμε στον «Κύκλο» με οργάνωση σεμιναρίων και διαλέξεων που έχουν ως αντικείμενο την Ιστορία τής Τέχνης, τη Μουσική κ.α. ή και με την οργάνωση προβολών με ταινίες που έχουν για περιεχόμενο σημαντικά κινηματογραφικά ή μουσικά έργα και συνεντεύξεις ή παρουσιάσεις διάσημων καλλιτεχνών.

Ο εξοπλισμός τού «Κύκλου» προσπάθησε πάντοτε να υπηρετεί την άνεση και την ποιότητα. Εξίσου καλοί φωτογράφοι θα μπορούσαν να γεννηθούν χωρίς κλιματισμό ή μοκέτα. Εντούτοις πιστεύουμε ότι η αναζήτηση τής ποιότητας είναι καλό να καλύπτει κάθε πλευρά και να σε προστατεύει έστω και από τον πειρασμό τής κυρίαρχης «μιζέριας». Τα καλά μηχανήματα εκτύπωσης και αντιγραφής και τα πιο σύγχρονα μηχανήματα για την προβολή ταινιών, φωτογραφιών ή αρνητικών κάνουν τους φωτογράφους-μέλη να σέβονται και να εκτιμούν περισσότερο τον χώρο τους. Είναι χαρακτηριστικό ότι στα δέκα αυτά χρόνια δεν έχουμε να αναφέρουμε κανένα δείγμα βανδαλισμού ή κλοπής, ενώ όλα τα ακριβά αυτά μηχανήματα βρίσκονται ελεύθερα για την χρήση των μελών.

Η αγάπη για τα βιβλία προδίδει και την ανάγκη μας να καταθέτουμε συνεχώς τις μικρές μας προσπάθειες σε εκδόσεις και δημοσιεύσεις. Παράλληλα, η ανάγκη τής διδασκαλίας μου με οδήγησε, λόγω ανυπαρξίας σχετικής θεωρητικής βιβλιογραφίας στα ελληνικά, να συγγράψω βιβλία για την τεχνική, την αισθητική και την ιστορία τής φωτογραφίας. Η συνολική εκδοτική μας δραστηριότητα, που ξεπέρασε ήδη τα πενήντα βιβλία, στεγάστηκε κάτω από μια επιχείρηση με το όνομα «Φωτοχώρος», που περιλαμβάνει και το περιοδικό μας με το ίδιο όνομα, και την γκαλερί-καφενείο. Έτσι δεν υποχρεώθηκε στη λήθη το όνομα αυτό, που για πολλούς είναι συνώνυμο τού «Φωτογραφικού Κύκλου».

Η έκδοση ενός περιοδικού εντύπου αποτέλεσε πάντοτε προσωπική μου ανάγκη. Το περιοδικό, κάθε περιοδικό, επιτυγχάνει μιαν ιδιότυπη επικοινωνία. Άλλωστε το παρελθόν μου κάτι τέτοιο προμήνυε, αφού στο δημοτικό είχα επιχειρήσει την έκδοση μιας μαθητικής εφημερίδας («Μαθητική Σάλπιγξ»!) και στο Πανεπιστήμιο ενός φοιτητικού περιοδικού («Θέματα»). Η μετά δύο φύλλα για την πρώτη και τρία τεύχη για το δεύτερο εκπνοή τής εκδοτικής δραστηριότητας δεν μπορούσε να θεωρηθεί θετικό αποτέλεσμα. Τώρα όμως το περιοδικό μας «Φωτοχώρος» είναι στο κατώφλι των ένδεκα τευχών. Αν σ' αυτό προστεθεί και η εφημερίδα «Φωτογραφικός Κύκλος», που σταμάτησε μετά έξη φύλλα, η κατάσταση δείχνει να βελτιώνεται.

Η εκθεσιακή μας δραστηριότητα υπήρξε πάντοτε συνεχής και έντονη, χωρίς όμως να φθάσει ευτυχώς σε επίπεδο αυτοσκοπού. Οι ατομικές εκθέσεις στον «Φωτοχώρο», το μικρό μας καφενείο-γκαλερί, ξεπερνούν τις δεκαπέντε ετησίως, ενώ και πάρα πολλές άλλες διοργανώνονται σε γκαλερί με πρωτοβουλία τού κάθε μέλους ή σε εναλλακτικούς χώρους, όποτε οι χώροι αυτοί μάς το ζητούν. Οι μεγάλες ομαδικές εκθέσεις τού «Κύκλου» στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη έχουν εντυπωσιάσει όχι μόνον για την ποιότητα των φωτογραφιών τους (τουλάχιστον τους καλόπιστους θεατές), αλλά και με τον όγκο τους. Το τελευταίο βρήκε αρκετούς επικριτές, ακόμα και μέσα από τα μέλη τού «Κύκλου» και τους εκθέτες. Αντιπαρέρχομαι ως εξ ορισμού αστήρικτο το επιχείρημα ότι δεν προλαβαίνει κανείς να τις δει σε μιαν επίσκεψη, μια και η εύλογη και αυτόματη απάντηση θα ήταν να επανέλθει, αφού μάλιστα οι εκθέσεις γίνονται πάντοτε στο κέντρο των πόλεων. Ας αντιπαρέλθουμε επίσης το γεγονός ότι μια τέτοια μομφή θα συμπαρέσερνε και όλα τα σημαντικά μουσεία τού κόσμου, των οποίων το επίπεδο των συλλογών απαιτεί προφανώς περισσότερη ταλαιπωρία από την απόλαυση ή απόρριψη μερικών φωτογραφιών. Άλλωστε, η φύση τού φωτογραφικού μέσου δεν ταιριάζει με την επί πολλά λεπτά ενατένιση κάθε φωτογραφίας. Αυτό όμως που οι εν λόγω επικριτές λησμονούν είναι την ομαδική φύση τού «Κύκλου» και τη δυναμική αυτού τού όγκου. Όταν μάλιστα μερικοί προτείνουν την έκθεση μονού αριθμού φωτογράφων, ή, όπως λένε, των αρίστων, είναι προφανές ότι θεωρούν πως στον αριθμό αυτόν συγκαταλέγεται και ο εαυτός τους, και ότι οι πάντες συμφωνούμε για το ποιοι είναι αυτοί οι άριστοι, πράγμα ευτυχώς αναληθές. Έτσι, προσωπικά προτιμώ να δείχνουμε τον μεγαλύτερο αριθμό φωτογράφων, που ο εκάστοτε χώρος επιτρέπει, προσφέροντας χαρά σε περισσότερους φωτογράφους, αλλά και σε εκείνους τους θεατές που διψούν να δουν περισσότερη παρά λιγότερη φωτογραφία και να κρίνουν με τα δικά τους κριτήρια απορρίπτοντας ή αποδεχόμενοι. Λυπάμαι μόνον που στη διαδικασία αυτής τής επιλογής θα υπάρξουν πάντοτε και μερικοί πικραμένοι, που δεν μπορούν να συμμετάσχουν, παρά την αγάπη που έχουν δείξει και για τη φωτογραφία και για τον «Κύκλο».

Αν ερωτηθεί κανείς από μάς τι πέτυχε όλα αυτά τα χρόνια ο «Φωτογραφικός Κύκλος», μπορεί να απαντήσει χωρίς στόμφο, αλλά με ικανοποίηση, ότι βοήθησε να δημιουργηθεί ένα μεγάλο και αρκετά καλλιεργημένο κοινό φωτογραφίας στην Ελλάδα, ότι κράτησε μέσα στη φωτογραφία άτομα με καλλιτεχνική ευαισθησία, των οποίων η ανασφάλεια (ισχυρότερη τής επιμονής τους) θα τους είχε απομακρύνει, ότι δημιούργησε κίνητρα και ευκαιρίες για νέες φωτογραφίες και ευρύτερη προβολή τους, ότι συνέβαλε στη βελτίωση τού πνευματικού και φωτογραφικού επιπέδου όλων των μελών του και τέλος, αλλά και το κυριότερο, ότι δημιούργησε, διαφύλαξε και διατήρησε έναν χώρο όπου η καλλιτεχνική και ανθρώπινη ποιότητα αποτελούν τον βασικό στόχο. Αν πάλι ερωτηθεί τι σχέδια υπάρχουν για το μέλλον, μπορεί να απαντήσει ότι όλους μάς απασχολεί η διατήρηση τού στόχου τής ποιότητας με άνοδο τού επιπέδου της, ότι επιθυμούμε την επικοινωνία με φωτογράφους τού εξωτερικού, των οποίων το έργο αγαπούμε και θαυμάζουμε, και, τέλος, ότι θα θέλαμε να αντέξει, να πυκνώσει και να βελτιωθεί η εκδοτική μας παρουσία.

Ο Φωτογραφικός Κύκλος έχει για σκοπό την προώθηση της τέχνης της φωτογραφίας, τη δημιουργία καλλιεργημένου φωτογραφικού κοινού, την καλλιτεχνική καλλιέργεια των μελών του και την ενίσχυση του καλλιτεχνικού τους έργου.