"Αθήνα 2001 - Όψεις και Απόψεις"

Λεύκωμα-συλλογή φωτογραφιών 36 φωτογράφων

Συνέκδοση με το Μουσείο Μπενάκη

1η έκδοση 2001

Σελίδες 272

Διαστάσεις 20Χ25

Η φωτογραφική συμφωνία μιας πόλης

ή μια υποκειμενική εκδοχή τού πραγματικού

Ένα φωτογραφικό βιβλίο αφιερωμένο σε μια πόλη, θέτει προκαταβολικά ένα ερωτηματικό σε σχέση με την ταυτότητά του. Δεν είναι άλλωστε λίγοι οι αναγνώστες που βιάζονται, προτού το ανοίξουν, να τού προσδώσουν την ταυτότητα που εκείνοι θα προτιμούσαν ή θα περίμεναν. Εκτός λοιπόν από ερωτηματικά ένα βιβλίο-πόλης γεννάει ελπίδες, και κρύβει εκπλήξεις.

Οι περισσότεροι περιμένουν μια όσο γίνεται πιο πιστή καταγραφή τής μορφής και τής ζωής τής πόλης. Ένα είδος ντοκουμέντου. Εκείνες τις φωτογραφίες που νομίζουν πως θα αντικαταστήσουν τα μάτια τού επισκέπτη. Άλλοι πάλι προτιμούν μια ωραιοποιημένη αποτύπωση τής πόλης, έτσι που το βιβλίο να αποτελέσει ιδανικό δώρο για αλλοδαπούς επισκέπτες και παρήγορη αυταπάτη για τον τόπο τής διαμονής τους. Η αντίληψή τους για τις «καλές» φωτογραφίες (αυτές που θα «έπρεπε» να περιέχει το βιβλίο) ευθυγραμμίζεται με την αισθητική των σύγχρονων καρτ-ποστάλ, αυτών που απομονώνουν λεπτομέρειες, υπερτονίζουν χρώματα και χρησιμοποιούν την εξιδανίκευση σαν εργαλείο μιας δήθεν περιγραφής. Οι παλιές ασπρόμαυρες καρτ-ποστάλ είχαν τουλάχιστον την αρετή τής πληροφόρησης.

Οι παραπάνω προσεγγίσεις, που άλλωστε βρίσκουν πολλές και χρήσιμες εμπορικές εφαρμογές, πέφτουν στο λάθος τής τυποποίησης, αυτής που έχει επικρατήσει να ονομάζεται «κλισέ». Και στην περίπτωση τού λευκώματος τής πόλης στο κλισέ τής αντικειμενικότητας και στο κλισέ τής ομορφιάς. Αυτή καθεαυτή όμως η έννοια τής τυποποίησης αποτελεί εξορισμού προδοσία τόσο τής αντικειμενικής αλήθειας όσο και τής ομορφιάς, οι οποίες, είτε τις δεχτούμε ανέφικτες είτε ανύπαρκτες, έχουν πάντοτε την ανάγκη να συνοδεύονται και από αμφιβολία και από ειλικρίνεια. Ο φωτογράφος που λειτουργεί με «κλισέ» δεν ανιχνεύει. Απλώς εικονογραφεί τα προαποφασισμένα πλάνα του. Η λειτουργία όμως τής φωτογραφικής εικόνας που στηρίζεται σε υποκειμενικά κριτήρια επιλογών είναι απείρως πιο ενδιαφέρουσα. Πρόκειται για μια φωτογραφία που χρησιμοποιεί την όσο γίνεται πιο πιστή καταγραφή για να αποδώσει την όσο γίνεται πιο προσωπική φωτογραφική εκδοχή της. Εδώ ο φωτογράφος αγνοεί το αποτέλεσμα και εκπλήσσεται όταν νομίζει ότι απέδωσε έστω και ένα μικρό ποσοστό τής πάντα πολύπλοκης αλήθειας ή τής πάντα υπόγειας ομορφιάς.

Μια πόλη, άλλωστε, έχει μυρωδιές και ήχους, έχει ατμόσφαιρα και ζωή, που είναι πρακτικά αδύνατον να αποτυπωθούν στα αυθαίρετα όρια τού μικρού παραλληλόγραμμου μιας φωτογραφίας. Αυτό που ο θεατής νομίζει πως βλέπει από την πόλη, δεν είναι παρά η αναφορά στην ήδη προκατασκευασμένη αντίληψή του γι αυτήν, ή στις περιληπτικές πληροφορίες μιας λεζάντας. Η τελευταία μάλιστα είναι αυτή που υπογραμμίζει την αξία στις λεγόμενες ιστορικές φωτογραφίες και στη διάσταση τού πειστηρίου, που τους προσδίδει χωρίς αμφιβολία τη γοητεία που η αλήθεια και ο χρόνος ασκεί πάνω σε όλους μας.

Το πορτραίτο μιας πόλης δεν διαφέρει από το πορτραίτο ενός ανθρώπου. Στα πορτραίτα η διαδικασία τής φωτογράφησης και η φωτογραφία που θα προκύψει δεν αποτελούν εργαλείο και στόχο για την αδύνατη και τελικά ανώφελη «ερμηνεία» τής προσωπικότητας ενός ανθρώπου. Κανένα πορτραίτο δεν μπορεί να περικλείσει την προσωπικότητα τού εικονιζόμενου και καμία σειρά εικόνων δεν μπορεί να ορίσει την πνοή και το ρυθμό μιας πόλης. Ένα πορτραίτο δεν είναι παρά ή μυστηριώδης συνάντηση τού βλέμματος ενός ανθρώπου με αυτό τού φωτογράφου. Ο τελευταίος έχει έτσι την πιθανότητα, να θέσει ορισμένα ερωτηματικά για το πρόσωπο που τον κοιτάζει. Τα ερωτηματικά αυτά, που δεν θα μπορούσαν να υπάρξουν χωρίς την παρουσία τού φωτογράφου, δεν θα απαντηθούν ποτέ. Στη φωτογραφία το ενδιαφέρον βρίσκεται στα ερωτήματα που απλώς υπαινίσσεται και όχι στις απαντήσεις που νομίζουμε πως μας δίνει.

Το παρόν βιβλίο δεν έχει τη φιλοδοξία να αποτελέσει μια συλλογή εικόνων τής Αθήνας που να περιλαμβάνει όλα ή τα περισσότερα θέματα που συνθέτουν την εικόνα και τη ζωή μιας πόλης. Άλλωστε κάτι τέτοιο, εκτός από αδύνατο, θα ήταν και υπερφίαλο, και αβέβαιο και, τελικά, στερημένο νοήματος. Το βιβλίο αυτό αποτελεί μια αυθαίρετη και αποσπασματική συνύπαρξη εξίσου αυθαίρετων και αποσπασματικών βλεμμάτων πάνω στην πόλη μας. Αυτή η προσέγγιση δίνει ίση σημασία στο θέμα και στον φωτογράφο. Πρόκειται δηλαδή για μια συλλογή προσωπικών και απόλυτα υποκειμενικών απόψεων πάνω στην αντικειμενική όψη τής πόλης. Το υποκειμενικό διαστρέφει το αντικειμενικό και μας το επαναφέρει σαν μεταλλαγμένη ή υπερβατική εκδοχή τού πραγματικού.

Η ιδέα αυτής τής συλλογής φωτογραφιών ξεκίνησε από τη σχέση τού Μουσείου Μπενάκη με τη φωτογραφία, μια σχέση που γίνεται ολοένα πιο σημαντική, αλλά που δεν παύει να αναζητεί τον ρόλο της. Ο αρχικός ιστορικός και λαογραφικός στόχος τού Μουσείου, που οδήγησε στη συλλογή φωτογραφιών με έμφαση στη λειτουργία τους ως τεκμηρίων, άρχισε να συμπληρώνεται (χωρίς να υποβαθμίζεται) με την προσθήκη καλλιτεχνικών κριτηρίων επιλογής. Η στροφή αυτή οδήγησε το Μουσείο στη συγκέντρωση φωτογραφιών με το πρόσθετο κριτήριο τής παρουσίας ενός συγκεκριμένου, γνωστού και αξιόλογου δημιουργού. Είδαμε, έτσι, τις συλλογές των φωτογραφιών τής Nelly's, τής Παπαϊωάννου, τού Χαρισιάδη και άλλων, να βρίσκουν στέγη στο Μουσείο και να αξιοποιούνται τόσο επιστημονικά όσο και καλλιτεχνικά. Αυτή η στροφή τού Μουσείου είναι εξαιρετικά σημαντική, αφενός διότι προσδίδει αισθητική διάσταση και αξία στην τεκμηριωτική λειτουργία τής φωτογραφίας και αφετέρου διότι καλύπτει με το κύρος του και την οργάνωσή του την καλλιτεχνική λειτουργία της. Αναθέτοντας, τέλος, σε σύγχρονους φωτογράφους την παραγωγή φωτογραφικών εικόνων, το Μουσείο συμπληρώνει τους ρόλους του προσθέτοντας και αυτόν, που ίσως είναι ο σημαντικότερος, τού εμπνευστή και υποκινητή τού δημιουργικού έργου. Δεν έρχεται δηλαδή πλέον απλώς και μόνον να συλλέξει το ήδη υπάρχον έργο, να το αρχειοθετήσει και να το συντηρήσει για τις επόμενες γενιές, αλλά γίνεται το ίδιο η αιτία γέννησης των συλλογών του. Δεν λειτουργεί επομένως μόνον σαν χώρος συλλογής και αποθήκευσης έργων, αλλά και σαν ζωντανός οργανισμός παραγωγής έργων.

Το προσωπικό τού φωτογραφικού τμήματος τού Μουσείου, με επικεφαλής την κυρία Φανή Κωνσταντίνου, έχει όχι απλώς ασπαστεί τη στροφή αυτή και τη σημασία της, αλλά δείχνει να απολαμβάνει τη διεύρυνση τού ρόλου του και να επιχειρεί, με ηρεμία και με εμπιστοσύνη στον χρόνο, τη σύζευξη και παράλληλη σύμπλευση τής παραδοσιακής τεκμηριωτικής λειτουργίας με αυτήν τής σύγχρονης καλλιτεχνικής διάστασης των φωτογραφιών που φυλάει, συντηρεί και διαχειρίζεται.

Η ιδέα που οδήγησε στην παραγωγή αυτού τού βιβλίου και των φωτογραφιών που περιέχει στηρίχτηκε στη συνεργασία ενός οργανισμού, όπως είναι ο "Φωτογραφικός Κύκλος", που έχει σαν κύριο στόχο τη δημιουργία καλλιτεχνικών φωτογραφιών, με έναν άλλον οργανισμό, το Μουσείο Μπενάκη, που έχει σαν δευτερεύοντα στόχο την παραγωγή φωτογραφιών. Ο "Φωτογραφικός Κύκλος" έχει ανάμεσα στα μέλη του πολλούς και καλούς νέους φωτογράφους, προς τους οποίους πέρασε το μήνυμα και τον τελικό στόχο, ώστε να ξεκινήσει μια δημιουργία φωτογραφικών εικόνων με το συγκεκριμένο περιεχόμενο τού γενικότερου θέματος. Δεν περιοριστήκαμε όμως μόνον στα μέλη. Αναζητήσαμε και άλλους φωτογράφους και τελικά ανάμεσα σε αυτούς που παρουσιάζουν δουλειά τους υπάρχουν και αρκετοί που δεν είναι μέλη τού "Κύκλου".

Η γενική ιδέα τού θέματος ήταν η Αθήνα στο γύρισμα τού αιώνα, όπως θα την έβλεπε ένας διαβάτης. Περιορίσαμε δηλαδή το πεδίο σε εξωτερικούς μόνον χώρους. Δεν ανατέθηκαν όμως στους φωτογράφους συγκεκριμένα υπο-θέματα, αλλά αφέθηκαν ελεύθεροι στην επιλογή τού επιμέρους θέματος που τους ενδιέφερε. Η υποκειμενικότητα τής δημιουργικής προσέγγισης υπηρετείται καλύτερα αν ξεκινάει από το τι φωτογραφίζεται και δεν περιορίζεται στο πώς φωτογραφίζεται. Άλλωστε αυτή η πόλη είναι η πόλη τους. Σ' αυτήν ζουν, αυτήν βλέπουν κάθε μέρα και έχουν το δικαίωμα να μας μεταφέρουν τη λεπτομέρεια που τους κάνει εντύπωση. Διότι πρέπει να σημειώσουμε ότι η φωτογραφία ασχολείται μόνο με τη λεπτομέρεια, που μας οδηγεί πάντοτε έμμεσα (και μακάρι υπερβατικά) στο σύνολο.

Η δική μου ευθύνη σαν επιμελητή ήταν η επιλογή των φωτογραφιών, που έγινε όμως πάντοτε σε συνεργασία (όχι πάντα σε πλήρη συμφωνία) με τους φωτογράφους. Οι φωτογραφικές μου προτιμήσεις, όπως είναι αναπόφευκτο, παρεμβαίνουν στη διαδικασία αυτή, ελπίζω όμως να μην προσδίδουν στο σύνολο τού έργου μιαν υπερβολικά καθοριστική δική μου υπογραφή. Στο κάτω-κάτω τα έργα ανήκουν στους φωτογράφους και όχι στον επιμελητή. Επειδή όμως ο ρόλος μου σαν θεωρητικού και σαν επιμελητή τής φωτογραφίας είναι λιγότερο σημαντικός από αυτόν τού δασκάλου (ή τον ασκώ λιγότερο αποτελεσματικά), χαίρομαι κυρίως να προκαλώ τη φωτογράφηση, να ακολουθώ την πορεία των φωτογράφων και απλώς με τη δική μου τελική παρέμβαση να κάνω σαφέστερη την φωτογραφική τους πρόταση. Στην προκειμένη περίπτωση "δούλεψα" μαζί με τους φωτογράφους (τουλάχιστον με τους περισσότερους), παρακολουθώντας την πορεία τής δουλειάς τους και συζητώντας μαζί τους τις επιλογές. Οι τελικές πάντως επιλογές αντανακλούν τις σχετικές προτιμήσεις μου και εκφράζουν την απόλυτη έγκρισή μου. Οι επιλογές αυτές θα μπορούσαν να είναι και πολύ διαφορετικές, αλλά συχνά η λογική και η δομή τού βιβλίου έδειχνε την κατεύθυνση, ώστε να αποφευχθεί η επικάλυψη, να διασφαλιστεί η ποικιλία και να διακριθούν τα θέματα.

Ο τελικός αριθμός των φωτογραφιών κάθε φωτογράφου δεν έχει φυσικά καμία σχέση με την αξία του ή με τη θέση του στην φωτογραφική καλλιτεχνική κοινωνία. Άλλωστε μια ομαδική καλλιτεχνική πρόταση δεν μπορεί να έχει σχέση με αθλητικό διαγωνισμό. Και αν στα επιμέρους τμήματά της δοθεί το ίδιο ακριβώς ποσοτικό βάρος, τότε το σύνολο χάνει σε ρυθμό και ενότητα. Οι φωτογραφίες τού καθενός επιλέχτηκαν με βάση το θέμα του, την ευρύτητά του, τον αριθμό των εικόνων που πρότεινε και τη συνοχή που οι φωτογραφίες μπορούσαν να εξασφαλίσουν.

Οι φωτογραφίες τού λευκώματος (και τής συνοδευτικής έκθεσης) θα παραχωρηθούν χωρίς αμοιβή από τους φωτογράφους στο Μουσείο, σε αναγνώριση τής συμβολής τού Μουσείου Μπενάκη στη φωτογραφία και με την ελπίδα το αρχείο του να περιλαμβάνει όλο και περισσότερες φωτογραφίες με προσωπική καλλιτεχνική προσέγγιση.

Στη διάρκεια αυτής τής προετοιμασίας, όμως, έκανα δύο ενδιαφέρουσες διαπιστώσεις. Η πρώτη ήταν ότι ελάχιστοι φωτογράφοι από όσους ξέρω στην Αθήνα (και μετά από είκοσι χρόνια διδασκαλίας ξέρω πολλούς) φωτογραφίζουν την πόλη τους. Από τους τριάντα τέσσερις έλληνες φωτογράφους τού βιβλίου μόνον πέντε ή έξι φωτογράφιζαν ήδη την Αθήνα όταν γεννήθηκε η ιδέα τού βιβλίου. Αλλά και παρά τις προσπάθειές μου να βρω και άλλους νέους φωτογράφους που να φωτογραφίζουν την Αθήνα (ρώτησα δασκάλους, θεωρητικούς και δημοσιογράφους) λίγοι, πάρα πολύ λίγοι, εμφανίστηκαν. Και μάλιστα σε μιαν εποχή που ο φωτογράφος έχει την τάση τής στροφής προς τον δικό του χώρο (η πόλη στην οποία ζει αποτελεί το σκηνικό τής ζωής του), και την απομάκρυνσή του από τον ρόλο τού ουδέτερου παρατηρητή ενός ξένου περιβάλλοντος. Το ερώτημα παραμένει και ίσως είναι σημαντικότερο από οποιαδήποτε εξήγησή του.

Η δεύτερη διαπίστωση έχει να κάνει με την σχεδόν ομοιόμορφη κατεύθυνση που πήραν οι δουλειές των φωτογράφων. ΄Η για την ακρίβεια με τις δύο συχνά αλληλο-καλυπτόμενες κατευθύνσεις. Η Αθήνα αντιμετωπίστηκε άλλοτε με προφανές χιούμορ και άλλοτε σαν χαοτική τριτοκοσμική πόλη. Είναι αλήθεια, όμως, ότι μετά την παρατήρηση των φωτογραφιών και την παράλληλη παρατήρηση τής πόλης, δεν μπόρεσα παρά να συμφωνήσω. Αυτές οι δύο κατευθύνσεις είναι υπαρκτές, ίσως να είναι οι πιο δικαιολογημένες και σίγουρα είναι οι πιο γοητευτικές. Η προσωπικότητα τής πόλης δεν στηρίζεται στις αναμφισβήτητα υπαρκτές κοσμοπολιτικές πλευρές της, οι οποίες τις περισσότερες φορές απηχούν έναν επαρχιωτισμό και μια συμπλεγματική μίμηση. Ο χαρακτήρας τής Αθήνας βρίσκεται περισσότερο σ' αυτήν την άτακτη αλλά ταυτόχρονα τρυφερή και αστεία ανάμιξη τού χωριού και τής μεγαλούπολης. Εκεί μπορεί να διεκδικήσει και την ιδιότυπη γοητεία της. Πολλά θέματα βέβαια που θα μετέφεραν ακόμα καλύτερα αυτόν τον χαρακτήρα απουσιάζουν από το βιβλίο. Παραμένουν ανοικτά για επόμενους φωτογράφους. Αρκεί να τα δουν οι ίδιοι και να τα διαλέξουν.

Θα ήθελα το βιβλίο αυτό να αποτελέσει τόσο για τους θεατές όσο και για τους φωτογράφους ένα κίνητρο να δουν την πόλη τους και να την δουν πιο προσωπικά. Θα ήθελα επίσης περισσότεροι φωτογράφοι, γνωστοί ή άγνωστοι, να μπορούν να παραμερίζουν τις στενά προσωπικές τους φιλοδοξίες και να επιζητούν τη συμμετοχή τους σε ομαδικές δουλειές. Το παράδειγμα τής συμμετοχής τού Bernard Plossu μπορεί να τους εμπνεύσει. Αισθάνομαι πάντως πως η αφιέρωση ενός τέτοιου λευκώματος θα πρέπει να απευθυνθεί σε εκείνους τους νέους φωτογράφους, που δεν συμμετέχουν στο βιβλίο, είτε γιατί δεν πρόφτασαν να παρουσιάσουν δουλειά τους, είτε γιατί δεν έμαθαν γι αυτό, είτε γιατί η καλόπιστη κριτική μου τους απέρριψε. Τους ζητώ συγγνώμη και τους προτρέπω να φωτογραφίσουν τα ίδια ή και άλλα θέματα με ακόμα μεγαλύτερη αφοσίωση για ακόμα καλύτερα αποτελέσματα από τους φωτογράφους τής συλλογής αυτής.

Τέλος, θέλω να ευχαριστήσω από την καρδιά μου τον κύριο Άγγελο Δεληβοριά, την κυρία Ειρήνη Γερουλάνου, την κυρία Φανή Κωνσταντίνου, την κυρία Ειρήνη Μπουντούρη και όποιον άλλον από το Μουσείο Μπενάκη δούλεψε για αυτήν την φωτογραφική παραγωγή, γιατί με έκαναν να πιστέψω ότι στη χώρα μας μπορεί να υπάρξει συνεργασία και να παραχθεί έργο σε υψηλό επίπεδο ποιότητας και αμοιβαίου σεβασμού. Για μένα, αυτή η προσφορά τού Μουσείου Μπενάκη έρχεται να προστεθεί σε όλες τις άλλες.

Πλάτων Ριβέλλης

 

Το Φωτογραφικό Αρχείο του Μουσείου Μπενάκη

H διεύρυνση των στόχων του και η πρόκληση της σύγχρονης φωτογραφίας

Η ίδρυση το 1973 του Φωτογραφικού Αρχείου του Μουσείου Μπενάκη ήρθε να καλύψει την ανάγκη της διαφύλαξης και της αξιοποίησης της φωτογραφικής μας κληρονομιάς, όταν αυτή ακόμη δεν είχε εκτιμηθεί ως άξια αποκλειστικής μέριμνας. Η λειτουργία του ως ανεξάρτητου τμήματος επιβεβαιώνει την ιδιαιτερότητα του μουσειακού οργανισμού, ο οποίος, χάρη στην ευελιξία και την ετοιμότητά του, έχει τη δυνατότητα να ανταποκρίνεται έγκαιρα στις εκάστοτε επιταγές της πολιτιστικής ζωής του τόπου και τις προκλήσεις των καιρών.

Στην τριακονταετή του πορεία, το τμήμα συχνά αναθεώρησε την πολιτική του και διεύρυνε τους στόχους του, προσαρμοζόμενο στις απαιτήσεις του υλικού, αλλά και στα νέα δεδομένα που δημιουργήθηκαν τα τελευταία χρόνια χάρη στο έντονο ενδιαφέρον της πολιτείας και των ιδιωτικών φορέων γύρω από την παλαιά και τη σύγχρονη φωτογραφική δημιουργία. Πρωταρχικό κριτήριο για τη συγκρότηση των συλλογών του υπήρξε η μαρτυρία της φωτογραφικής εικόνας. Απεικονίσεις μνημείων και έργων τέχνης της βυζαντινής και της μεταβυζαντινής περιόδου, γενικές ή μερικές απόψεις αστικών ή αγροτικών οικισμών του ελλαδικού χώρου, καθώς και σκηνές της παραδοσιακής ζωής συγκεντρώθηκαν, ταξινομήθηκαν και τεκμηριώθηκαν, ώστε οι μελετητές της ελληνικής ιστορίας και του πολιτισμού να έχουν στη διάθεσή τους μια πηγή πολύτιμων οπτικών πληροφοριών.

Σύντομα όμως διαπιστώθηκε ότι η τεκμηριωτική αξία της εικόνας δεν ήταν δυνατό να παραμείνει ο μοναδικός γνώμονας για την επιλογή των φωτογραφιών. Τα αρχεία της Nelly's, της Βούλας Παπαϊωάννου και του Δημήτρη Χαρισιάδη, σημαντικών εκπροσώπων της ελληνικής φωτογραφίας, πυροδότησαν την επανεξέταση των κριτηρίων αξιολόγησης του υλικού. Πέρα από τη μαρτυρία της φωτογραφικής εικόνας, η προσοχή όφειλε να στραφεί στους ίδιους τους δημιουργούς, την ιδιαιτερότητα της προσωπικής τους γραφής, τη συνεισφορά τους στην εξέλιξη της ελληνικής φωτογραφίας, τη συμπόρευση ή την αποστασιοποίησή τους από τα διεθνή καλλιτεχνικά ρεύματα. Παράλληλα με την προσεκτική φύλαξη των ιστορικών φωτογραφικών αρχείων και τη χρονοβόρα διαδικασία της τεκμηρίωσής τους, προέβαλε το χρέος της παρουσίασης των ελλήνων φωτογράφων με τη διοργάνωση εκθέσεων και την έκδοση λευκωμάτων, κάτω από την εποπτεία των επιμελητών του Aρχείου ή εξωτερικών συνεργατών.

Την τελευταία δεκαετία (1990-2000), καθώς το Μουσείο ήταν κλειστό λόγω των οικοδομικών και επανεκθετικών του εργασιών, το Φωτογραφικό Αρχείο ασφυκτιούσε σε έναν περιορισμένο χώρο. Ωστόσο, δεν έπαψε να καλλιεργεί τη γόνιμη επικοινωνία με πολιτιστικά ιδρύματα και φορείς, να εκπροσωπεί την Ελλάδα σε διεθνείς διοργανώσεις και να εμπλουτίζει τις συλλογές του.

Στο πλαίσιο του αποκεντρωτικού συστήματος, σύμφωνα με το οποίο αρθρώθηκε και επαναλειτούργησε ο νέος μουσειακός οργανισμός τον Ιούνιο του 2000, θεωρήθηκε επιβεβλημένη η μεταστέγαση του Αρχείου σε ανεξάρτητο ακίνητο (πλατεία Φιλικής Εταιρείας 15), όπου μετά τις ενδεδειγμένες επεμβάσεις και την εξασφάλιση σύγχρονου τεχνολογικού εξοπλισμού διαμορφώθηκε κατάλληλος χώρος φύλαξης του πρωτότυπου υλικού, εργαστήριο συντήρησης φωτογραφιών και αρνητικών, σκοτεινός θάλαμος, βιβλιοθήκη και αναγνωστήριο για την εξυπηρέτηση των μελετητών.

Οι προϋποθέσεις ήταν πλέον κατάλληλες, ώστε να γίνουν βήματα προς νέες κατευθύνσεις και να τεθούν σε εφαρμογή ευρύτερα προγράμματα. Η σκέψη για το «άνοιγμα» στη σύγχρονη φωτογραφία, μέσα από θεματικές ενότητες που εντάσσονται στο πολιτιστικό όραμα του Μουσείου, είχε πλέον ωριμάσει. Η τολμηρή απόφαση της ανάθεσης έργου σε νέους φωτογράφους θα καταργούσε τα ήδη διαβλητά όρια ανάμεσα στην ιστορική και τη σύγχρονη φωτογραφική δημιουργία, ανάμεσα στο χθες και το σήμερα. Ακόμη, θα ακύρωνε και τον αμφίβολο διαχωρισμό ανάμεσα στην καλλιτεχνική και την καταγραφική φωτογραφία -το οποίο στην πράξη, άλλωστε, είχε ήδη συμβεί με το έργο των παλαιότερων φωτογράφων-, εφόσον ο κάθε δημιουργός θα είχε τη δυνατότητα να ανιχνεύσει ελεύθερα ένα δεδομένο θέμα και να το αποδώσει με την προσωπική του γραφή.

Το όφελος εξάλλου από το εγχείρημα αυτό είναι αμφίπλευρο: οι νέοι φωτογράφοι έχουν το κίνητρο να εργαστούν δημιουργικά και την ικανοποίηση της παρουσίασης του έργου τους σε ένα σημαντικό πολιτιστικό ίδρυμα της χώρας, ενώ το Φωτογραφικό Αρχείο αποκτά ένα αξιόλογο υλικό το οποίο εικονογραφεί ένα θέμα με -έτσι κι αλλιώς- ιδιαίτερο ενδιαφέρον και εκπροσωπεί τις σύγχρονες τάσεις της ελληνικής φωτογραφίας.H φωτογράφηση της Αθήνας στο τέλος του 20ού αιώνα προτάθηκε στους νέους φωτογράφους, επειδή ο αστικός χώρος μιας σύγχρονης μεγαλούπολης μεταβάλλεται συνεχώς, αλλά και επειδή το αθηναϊκό τοπίο ήταν φωτογραφικά ανεκμετάλλευτο. Η Αθήνα δεν αγαπήθηκε από το φακό, μολονότι προσέλκυσε τους πρωτεργάτες της νέας τέχνης από τον πρώτο χρόνο της εφεύρεσής της.

Οι πρώτοι ξένοι περιηγητές-φωτογράφοι έφταναν στην Αθήνα μετά από ένα κοπιαστικό ταξίδι για να ανέβουν στην Ακρόπολη και να φωτογραφίσουν τα μνημεία της, όπως εξάλλου και οι πρώτοι έλληνες συνάδελφοί τους. Τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα

στα αρχαία μνημεία προστέθηκε και το επίσημο πρόσωπο της πρωτεύουσας: οι δύο κεντρικές πλατείες, Σύνταγμα και Ομόνοια, οι κεντρικές αρτηρίες και κυρίως η Αθηναϊκή Τριλογία. Εξαίρεση αποτελούν οι φωτογραφίες του Fred Boissonnas, που αποτύπωσε δειγματοληπτικά τη ζωή της πόλης, και της Νelly's, η οποία, με την καθοδήγηση του αθηναιογράφου Δημητρίου Καμπούρογλου, φωτογράφισε τον ιστορικό της ιστό, υπακούοντας στις τάσεις του πικτοριαλισμού και με εμφανές το αίσθημα της νοσταλγίας. Αργότερα, οι φωτογράφοι των μεταπολεμικών δεκαετιών (Σπύρος Μελετζής, Κώστας Μπαλάφας, Βούλα Παπαϊωάννου, Δημήτρης Χαρισιάδης) στράφηκαν κυρίως στην ύπαιθρο και τη ζωή των αγροτών, ακολουθώντας την τάση επιστροφής στην αγνότητα της φύσης που επικράτησε μετά τη λαίλαπα του Β' Παγκόσμιου Πολέμου. Από τις νύξεις της ζωής στην πόλη που υπάρχουν στο έργο της Παπαϊωάννου και τις δειλές απόπειρες του Χαρισιάδη να δώσει το στίγμα της Αθήνας του '50, χρειάστηκε να φτάσουμε μέχρι τις δύο τελευταίες δεκαετίες του 20ού αιώνα. για να απασχολήσει τους έλληνες φωτογράφους η ερμηνεία του αστικού τοπίου.

Στην πρόταση αυτή του Μουσείου Μπενάκη ανταποκρίθηκε με ενθουσιασμό ο καλός φίλος Πλάτων Ριβέλλης, γνωστός στον φωτογραφικό χώρο για το καλλιτεχνικό, συγγραφικό και διδακτικό του έργο. Με τη γνώση και την πείρα του συνεργάστηκε εποικοδομητικά με τους νέους φωτογράφους που έσπευσαν να δώσουν τη δική τους εκδοχή για το χώρο που βιώνουν.

Η συγκομιδή των εικόνων τους προσφέρει όψεις και απόψεις της πολύμορφης Αθήνας , αφήνοντας περιθώρια για πολλές και διαφορετικές προσεγγίσεις, και καλώντας μας να παρατηρήσουμε αυτό που καθημερινά προσπερνάμε.

Φανή Κωνσταντίνου

Υπεύθυνη Φωτογραφικού Αρχείου

Μουσείου Μπενάκη

Ο Φωτογραφικός Κύκλος έχει για σκοπό την προώθηση της τέχνης της φωτογραφίας, τη δημιουργία καλλιεργημένου φωτογραφικού κοινού, την καλλιτεχνική καλλιέργεια των μελών του και την ενίσχυση του καλλιτεχνικού τους έργου.