Σάββατο 26/09/2015

Ασπρόμαυρο - Έγχρωμο 2015

Ελληνοαμερικανική Ένωση - Φωτογραφικός Κύκλος

Ασπρόμαυρο - Έγχρωμο

Τα δύο πρόσωπα μιας φωτογραφίας

Στις 14 Οκτωβρίου 2015, ημέρα Τετάρτη, στις 20.00 εγκαινιάζεται στην αίθουσα Κένεντυ της Ελληνοαμερικανικής Ένωσης έκθεση φωτογραφίας των μελών του Φωτογραφικού Κύκλου με τον τίτλο «Ασπρόμαυρο - Έγχρωμο, Τα δύο πρόσωπα μιας φωτογραφίας». Την επιμέλεια της έκθεσης έχει ο Πλάτων Ριβέλλης. Η έκθεση θα διαρκέσει μέχρι τις 11 Νοεμβρίου.

Στην έκθεση αυτή ο κάθε φωτογράφος συμμετέχει με μια φωτογραφία του, η οποία εκτίθεται σε δύο εκδοχές. Μία έγχρωμη και μία ασπρόμαυρη. Στόχος της έκθεσης είναι να προκαλέσει ερωτήματα και σκέψεις γύρω από τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί και υπάρχει η κάθε μία από τις εκδοχές αυτές. Αφορμή για την έκθεση στάθηκε η σχετική δυνατότητα την οποία παρέχει η κυρίαρχη πλέον φωτογραφική ψηφιακή τεχνολογία.

 

 

Ασπρόμαυρο - Έγχρωμο

Τα δύο πρόσωπα μιας φωτογραφίας

Η έκθεση αυτή είναι γέννημα (και χωρίς αμφιβολία και θρέμμα) της ψηφιακής επανάστασης στη φωτογραφία. Μερικά χρόνια πριν θα ήταν αδιανόητη και -πολύ λογικά- θα αντιμετωπιζόταν ως διαστροφή. Εκείνα τα χρόνια αποφασίζαμε σχεδόν αυθαίρετα τι προτιμούσαμε και απλώς αγοράζαμε το ανάλογο φιλμ. Μέναμε στο ασπρόμαυρο και (λιγότεροι) στο χρώμα, συνήθως επειδή εκεί έτυχε να βρεθούμε ή επειδή από κει είχαμε ξεκινήσει, χωρίς περισσότερες σκέψεις, έστω και αν συχνά περιβάλαμε την επιλογή μας με εντυπωσιακές και εν πολλοίς αστήρικτες δικαιολογίες. Μέχρι που το τζίνι της νέας φωτογραφικής τεχνολογίας, μαζί με τις άπειρες ευκολίες και δυνατότητες που μας πρόσφερε, πρόσθεσε ως αντίβαρο και μια πολύ βαριά υποχρέωση: την επιλογή. Μια επιλογή η οποία ισχύει για όλα τα στάδια της φωτογραφικής διαδικασίας και δεν μπορεί πλέον να αποφευχθεί με πρόσχημα τις τεχνολογικές δυσκολίες. Κορυφαία ανάμεσά της είναι η δυνατότητα να βλέπουμε, να προβάλουμε και να εκτυπώνουμε την ίδια φωτογραφία στην έγχρωμη και την ασπρόμαυρη εκδοχή της.

Στον «Φωτογραφικό Κύκλο», κατά το πρόσφατο ακόμα παρελθόν, κάναμε κυρίως ασπρόμαυρες φωτογραφίες σε ποσοστό περίπου 95%. Οι λόγοι ήταν πολλοί. Οι απλούστεροι: επειδή έτσι είχαμε ξεκινήσει και έτσι έκαναν τότε οι περισσότεροι ή επειδή ήταν δύσκολη και δαπανηρή η έγχρωμη εκτύπωση. Οι πιο σύνθετοι: επειδή οι περισσότεροι φωτογράφοι που θαυμάζαμε ήταν της ασπρόμαυρης γενιάς και επειδή η εφαρμοσμένη φωτογραφία και η ζωγραφική από τις οποίες θέλαμε να διακριθούμε ήταν έγχρωμες. Και οι πιο κωμικοί: εκείνοι οι λόγοι που στηρίζονταν στις πιο απίθανες και αυθαίρετες θεωρητικές κατασκευές σε σχέση με την υπεροχή της ασπρόμαυρης φωτογραφίας. Πρόσφατα κυκλοφόρησε το μεγάλο λεύκωμα με φωτογραφίες μελών του «Φωτογραφικού Κύκλου», στο οποίο η σχέση έγχρωμων και ασπρόμαυρων φωτογραφιών είναι περίπου στο πενήντα-πενήντα. Θα λέγαμε λοιπόν ότι η έκθεση αυτή ταιριάζει στον «Κύκλο» και ότι ο «Κύκλος» νομιμοποιείται να την κάνει.

Είναι προφανές ότι οι φωτογράφοι της έκθεσης, από τους οποίους ο καθένας εκθέτει μια φωτογραφία του σε δύο εκδοχές (έγχρωμη και ασπρόμαυρη), δεν παρουσιάζουν τη φωτογραφική δουλειά τους, ούτε καν ένα τμήμα της. Περισσότερο συμμετέχουν σε ένα εγχείρημα προορισμένο να ερεθίσει τη σκέψη μας και εκείνη των θεατών και να θέσει ερωτήματα, τα οποία ούτε μπορούν ούτε πρέπει να απαντηθούν. Οι επιλογές των φωτογραφιών ξεκίνησαν -όπως πάντα άλλωστε- από ένα γενικό καλλιτεχνικό κριτήριο, αλλά παράλληλα επηρεάστηκαν από το ειδικό κριτήριο του παιδαγωγικού διλήμματος που θέτει η βασική ιδέα του θέματος. Δηλαδή, να προκαλούνται ερωτήματα με την ασπρόμαυρη μετατροπή των φωτογραφιών. Οι φωτογραφίες επιλέχτηκαν από εμένα ύστερα από έρευνα των αρχείων που κρατώ με τις «καλές» φωτογραφίες των μελών του «Φωτογραφικού Κύκλου», τις οποίες κατά καιρούς μου εμπιστεύονται προς κρίσιν. Αυτό σημαίνει ότι τόσο οι φωτογράφοι όσο και εγώ, ως επιμελητής, συμφωνούμε πως οι φωτογραφίες αυτές παρουσιάζουν κάποιο καλλιτεχνικό ενδιαφέρον. Οι φωτογραφίες που επιλέχτηκαν ήταν έγχρωμες και είχαν υποβληθεί έτσι από τους ίδιους τους φωτογράφους. Το γεγονός ότι επέλεξα ανάμεσα από τις έγχρωμες και όχι τις ασπρόμαυρες οφείλεται στο ότι η μετατροπή ξεκινάει αναγκαστικά από το χρώμα αφού τα ψηφιακά αρχεία αποδίδουν έγχρωμο αποτέλεσμα.

Οι επιλεγμένες φωτογραφίες έπρεπε να γεννούν ερωτηματικά και όχι να παρουσιάζουν κάτι αυτονόητο, ούτε να προτρέπουν με ευκολία προς μια απάντηση σχετικά με το ποια υπερτερεί. Αφού πρόκειται για καλές φωτογραφίες θα πρέπει λογικά -τόσο η μία όσο και η άλλη εκδοχή- με κάποιο τρόπο να δικαιώνονται. Μόνο που ο τρόπος φαίνεται να είναι ελαφρώς διαφορετικός στην κάθε περίπτωση και αυτό είναι που προκαλεί το ενδιαφέρον. Με αυτή λοιπόν την αμφιταλάντευση πρέπει πλέον να συνηθίσει να ζει ο (ψηφιακός) φωτογράφος και να εκφράζει κάθε φορά αποφασιστικά την επιλογή του. Μια επιλογή όμως που ουδέποτε θα είναι απόλυτη (έστω και αν το νομίζει) και που θα φέρει μέσα της το σπέρμα μιας αμφιβολίας.

Θα επιμείνω στη λέξη επιλογή, επειδή αυτή είναι ο γνώμονας κάθε καλλιτεχνικής δουλειάς, όπως άλλωστε και ο στόχος κάθε πνευματικής διαδικασίας. Η καλλιέργεια, δηλαδή, κριτηρίων ώστε μέσω αυτών να οδηγούμαστε σε πιο ακριβείς επιλογές. Έτσι διαμορφώνεται μια προσωπικότητα και έτσι συντίθεται μια καλλιτεχνική πρόταση. Η δυνατότητα (αλλά και ταυτόχρονα και η υποχρέωση και η ελευθερία) των πολλαπλών επιλογών είναι αυτή που τρόμαξε τους φωτογράφους, όταν η τεχνολογία τους επέτρεψε να βλέπουν αυτό που κάνουν μέσα από διαφορετικές εκδοχές. Όταν όμως αυξάνει το εύρος των επιλογών, τότε αυξάνει και ο βαθμός της ευθύνης του φωτογράφου απέναντι στο έργο του και μέσω αυτής διαμορφώνεται με πιο πρωτότυπο τρόπο η προσωπική του καλλιτεχνική σφραγίδα.

Πλάτων Ριβέλλης
Επιμελητής της έκθεσης και πρόεδρος του «Φωτογραφικού Κύκλου»

 


 

Ασπρόμαυρη και Έγχρωμη Φωτογραφία - Ερωτήματα και σκέψεις

 

  • Μαυρόασπρο ή ασπρόμαυρο. Black and White, ή Bianco e Nero, ή Noir et Blanc. Κλίνω -χωρίς φανατισμό- προς το ασπρόμαυρο, ίσως γιατί το χαρτί, ως βάση, είναι άσπρο.

  • Το ασπρόμαυρο είναι και αυτό χρώμα, αφού το άσπρο είναι όλα και το μαύρο κανένα (ή και πάλι όλα).

  • Η έγχρωμη φωτογραφία είναι σαγηνευτική. Και αυτό την κάνει επικίνδυνη. Χρειάζεται μεγαλύτερη ψυχραιμία για να εκτιμηθεί σωστά.

  • Όλοι πιστεύουν ότι η έγχρωμη φωτογραφία είναι πιο εικαστική. Ίσως επειδή η ζωγραφική έχει χρώματα. Πιστεύω, αντίθετα, ότι η ασπρόμαυρη είναι πιο εικαστική επειδή επιτρέπει πιο ακραίες και μη αληθοφανείς παρεμβάσεις. Αν και τελικά δεν νομίζω ότι η φωτογραφία γενικώς είναι εικαστική.

  • Δεν είναι εύκολο να κρίνεις (και ακόμα λιγότερο να επιλέξεις) μια ασπρόμαυρη φωτογραφία, όταν τη βλέπεις (όπως συμβαίνει σε αυτή την έκθεση) πλάι σε μια έγχρωμη. Το χρώμα γοητεύει και παρασύρει. Το ασπρόμαυρο, πάλι, μπορεί να σε παρασύρει με τη φόρμα του, που εύκολα εντυπωσιάζει. Γενικώς, ό,τι ασκεί γοητεία θέλει προσοχή.

  • Έχω την αίσθηση ότι ο φωτογράφος πρώτα επιλέγει τη φωτογραφία του και μετά σκέφτεται αν θα την κρατήσει έγχρωμη ή θα την κάνει ασπρόμαυρη. Διότι σε τελευταία ανάλυση το χρώμα είναι και αυτό μέρος της φόρμας, όπως όλη η επεξεργασία. Και η φόρμα έχει τον ρόλο να αναδεικνύει το περιεχόμενο, οπόταν και συγχέεται με αυτό.

  • Έχω παρατηρήσει ότι στις μέρες μας οι φωτογράφοι προτιμούν τις έγχρωμες φωτογραφίες, ίσως διότι έχουν βαρεθεί τόσα χρόνια τις ασπρόμαυρες και είναι λογικό κάποιος να ερωτοτροπεί με το καινούργιο. Οι ζωγράφοι, πάλι, φαίνεται να προτιμούν τις ασπρόμαυρες, ίσως επειδή δεν καταλαβαίνουν τη φωτογραφία, και αναζητούν χαρακτηριστικά της που να τη διαφοροποιούν από τη ζωγραφική.

  • Η ζωγραφική χρησιμοποιεί το χρώμα ως ύλη. Το ίδιο το χρώμα είναι το θέμα ή μέρος αυτού. Δεν συμβαίνει όμως το ίδιο και στη φωτογραφία. Μπορεί η θάλασσα να είναι κατακόκκινη σε έναν πίνακα. Αν όμως είναι σε μια φωτογραφία, τότε ο θεατής θα ψάξει τον καρχαρία. Τα χρώματα στη φωτογραφία είναι σημαντικά ως σημεία αναφοράς. Γι’ αυτό και οι διαφορές στην εκτύπωση δεν είναι καταστροφικές. Μόλις όμως κάποιος δει για πρώτη φορά ζωντανό έναν σπουδαίο πίνακα, καταλαβαίνει τι έχασε όλα τα χρόνια που τον έβλεπε μόνο σε βιβλία.

  • Κάθε αντικείμενο στην έγχρωμη φωτογραφία παραπέμπει σε κάτι συγκεκριμένο. Το γαλάζιο της θάλασσας είναι θάλασσα και το πράσινο της χλόης είναι χλόη. Η θάλασσα και η χλόη όμως στην ασπρόμαυρη φωτογραφία είναι τόνοι του γκρι, των οποίων η θέση στη φωτογραφία παραπέμπει στην πραγματική τους υπόσταση. Το ζητούμενο για τον φωτογράφο είναι να οδηγήσει τη θάλασσα και τη χλόη σε μια διαφορετική αξία από αυτή που όλοι τούς αποδίδουν στην πραγματική ζωή. Αυτό όμως πρέπει να γίνει μέσα από μια αληθοφανή περιγραφή (αφού αυτό είναι η φωτογραφία) και μέσα στα όρια και στους περιορισμούς του φωτογραφικού κάδρου (αφού εκεί μέσα δίνεται η μάχη). Όλα τα παραπάνω λειτουργούν διαφορετικά σε μια έγχρωμη από μια ασπρόμαυρη εκδοχή και καταλήγουν σε μια διαφορετική σε κάθε περίπτωση φωτογραφία.

  • Ο πρώτος φόβος των φωτογράφων (της μεταπολεμικής κυρίως εποχής) απέναντι στο χρώμα είχε να κάνει με την απειλή που στα μάτια των περισσότερων συνιστούσε η -συνήθως έγχρωμη- φωτογραφία της διαφήμισης και της μόδας. Τώρα που η διαφήμιση και η μόδα συμφιλιώθηκαν -μέσω του concept- με τον καλλιτεχνικό κόσμο, ο συγκεκριμένος φόβος δεν ευσταθεί. Μια απάντηση που μπορεί να αντικρούσει αυτό τον φόβο, ή, σωστότερα, να τον μεταθέσει σε ένα ευρύτερο πεδίο, είναι ότι απειλή δεν συνιστά η χρήση του χρώματος, αλλά το γεγονός της σύγχυσης που έχει προκαλέσει στον χώρο των τεχνών η πρωτοκαθεδρία του concept.

  • Ο δεύτερος φόβος των φωτογράφων απέναντι στο χρώμα είχε (και έχει) να κάνει με την απειλή που στα μάτια (μερικών) συνιστά η ακριβής αναπαράσταση του κόσμου μέσω της φωτογραφίας, κάτι που θεωρούν ότι μειώνει τη δική τους δημιουργική παρέμβαση. Επομένως, οτιδήποτε καθιστά πιστότερη την αναπαράσταση (άρα και το χρώμα) δεν μπορεί παρά να είναι εχθρός τους. Μια απάντηση που μπορεί να αντικρούσει αυτό τον φόβο είναι ότι όσο πιο κοντά στην αναπαράσταση βρίσκεται η φωτογραφία, τόσο πιο μεγάλη είναι η πρόκληση για την υπέρβασή της, άρα τόσο πιο πιθανή η δημιουργία σπουδαίου έργου.

  • Ο τρίτος φόβος των φωτογράφων απέναντι στο χρώμα είχε (και έχει) να κάνει με την απειλή που στα μάτια (μερικών) συνιστά η ζωγραφική, για την οποία το χρώμα είναι στοιχείο ταυτότητας. Κάτι τέτοιο όμως ίσχυε από την αρχή της ιστορίας της φωτογραφίας. Γι’ αυτό και η λέξη «πικτοριαλισμός» είχε πάντα αρνητική χροιά. Μερικοί φωτογράφοι αισθάνονταν και αισθάνονται μειωμένοι απέναντι στους ζωγράφους, με αποτέλεσμα είτε να προσπαθούν να ξεχωρίσουν από αυτούς είτε να προσπαθούν να τους μιμηθούν υιοθετώντας τις εκάστοτε εικαστικές τάσεις και πρακτικές. Η ξαφνική ανάμιξη ανθρώπων του εικαστικού χώρου με μηδενικές ή ελάχιστες ή γνώσεις γύρω από τη φωτογραφία όξυνε το πρόβλημα. Μια απάντηση που μπορεί να αντικρούσει αυτό τον φόβο είναι ότι ο θαυμασμός και ο σεβασμός απέναντι σε κάθε τέχνη (και απέναντι σε καθετί αυτού του κόσμου) προϋποθέτει να αναγνωρίζει κανείς (και συνεπώς να θαυμάζει και να σέβεται) τις ιδιαιτερότητες και τις διαφορές και όχι τις τυχόν ομοιότητες.

  • Η φωτογραφία έχει ως πρώτη ύλη την πραγματικότητα (ενώ η ζωγραφική απλώς τη χρησιμοποιεί). Η ζωγραφική έχει ως πρώτη ύλη το χρώμα (ενώ η φωτογραφία απλώς το χρησιμοποιεί). Ο πίνακας είναι ένα μοναδικό πρωτότυπο και έχει υλική και ιστορική παρουσία, ενώ η φωτογραφία είναι πάντοτε ένα αντίγραφο ενός ανύπαρκτου πρωτότυπου. Η ψηφιακή τεχνολογία βοηθάει στην κατανόηση αυτών των διαφορών. Και ο φωτογραφικός προβληματισμός τον οποίο προκάλεσε σχετικά με τη χρήση του χρώματος και του ασπρόμαυρου βρίσκεται σε αυτή την κατεύθυνση.

  • Μερικοί υποστηρίζουν το χρώμα επειδή η πραγματικότητα είναι έγχρωμη. Αυτό στην ουσία σημαίνει ότι η φωτογραφία γι’ αυτούς δεν είναι παρά μια αντιγραφή του κόσμου και ότι ο φωτογράφος θα πρέπει κάθε φορά να υιοθετεί οποιοδήποτε νέο τεχνολογικό εύρημα μιμείται πιο πιστά την πραγματικότητα (τρισδιάστατη εικόνα, αρωματικές προσθήκες κλπ.). Το πρόβλημα είναι ότι αυτός ο ανταγωνισμός της φωτογραφίας με την πραγματικότητα θα αποβαίνει πάντα σε βάρος της πρώτης αφού η δεύτερη θα παραμένει το πρωτότυπο.

  • Διίστανται οι απόψεις σχετικά με το ποια φωτογραφία (έγχρωμη ή ασπρόμαυρη) είναι δυσκολότερο ή ευκολότερο να πετύχει. Πιστεύω ότι η καθεμιά έχει τους δικούς της κινδύνους και τις δικές της ευκολίες. Στην ασπρόμαυρη ο φωτογράφος έχει να παλέψει με την εκ προοιμίου αφαίρεση που συνιστά η μεταφορά σε ασπρόμαυρο ενός έγχρωμου κόσμου. Αυτή όμως η αφαιρετική ιδιότητα της ασπρόμαυρης φωτογραφίας, σε συνδυασμό με την υπερβολή της επεξεργασίας που επιδέχεται, την κάνουν πιο εύκολα αποδεκτή από τον θεατή. Αντίθετα, στην έγχρωμη ό φωτογράφος έχει να παλέψει με την προκλητική αληθοφάνεια των χρωμάτων, χωρίς όμως να μπορεί να υπερβεί την περιγραφή με την επεξεργασία, η οποία δεν αντέχει τις υπερβολές. Αυτή όμως η γοητεία που ασκεί η έγχρωμη λόγω της πιο πειστικής απεικόνισης εξασφαλίζει και την αποδοχή από τον θεατή. Επιπροσθέτως, όμως, στην περίπτωση της έγχρωμης ο φωτογράφος έχει να παλέψει και με τον πιθανό εγκλωβισμό του σε ένα concept (κάτι που ταιριάζει στο χρώμα), καθώς και με την εικαστική (άρα υλική) παρουσία του χρώματος.

  • Με διαφορετικό τρόπο λειτουργούν τα όπλα της ασπρόμαυρης από αυτά της έγχρωμης φωτογραφίας για να επιτευχθεί μια μέτρια, αλλά εύκολα αποδεκτή, φωτογραφία. Με τον ίδιο, όμως, τρόπο θα επιτευχθεί μια σπουδαία, είτε ασπρόμαυρη είτε έγχρωμη, φωτογραφία, υπακούοντας σε δυνάμεις που υπερβαίνουν την επιφάνεια των χρωμάτων. Και τον τρόπο αυτόν μόνον ο ίδιος ο φωτογράφος μπορεί να τον ανακαλύψει.

  • Ο φωτογράφος μπορεί να επιλέξει εκ των προτέρων το χρώμα ή το ασπρόμαυρο για όλη του τη δουλειά ή για ένα συγκεκριμένο τμήμα της. Μπορεί επίσης να αναμειγνύει έγχρωμες και ασπρόμαυρες φωτογραφίες ή και να τις παρουσιάζει χωριστά. Μπορεί επίσης να χρησιμοποιεί την ίδια φωτογραφία, άλλοτε έγχρωμη και άλλοτε ασπρόμαυρη. Αρκεί όλα να παραμείνουν στο επίπεδο των καλλιτεχνικών επιλογών και να μην οφείλονται σε δογματισμό ή ιδεοληψία.

  • Όταν φωτογραφίζουμε αντικρίζουμε τον κόσμο πάντα έγχρωμο, αφού έτσι είναι. Και αυτό συνέβαινε πάντοτε, άσχετα από το φιλμ που ήταν φορτωμένο στη μηχανή. Όταν εκ των υστέρων επιλέγουμε την εικόνα του δικού μας φωτογραφικού κόσμου, τότε θα επιλέξουμε (αφού πλέον έχουμε αυτή τη δυνατότητα) αν ολόκληρος ο κόσμος μας, ή ο κόσμος της συγκεκριμένης φωτογραφίας μας, ή της συγκεκριμένης σειράς φωτογραφιών, θέλουμε να είναι έγχρωμος ή ασπρόμαυρος.

  • Η ψηφιακή φωτογραφία μάς παρουσιάζεται έγχρωμη. Άρα η μετατροπή πηγαίνει πάντα από το χρώμα στο ασπρόμαυρο και όχι αντίθετα. Επομένως, όπως το πραγματικό χρώμα του κόσμου μετατρέπεται σε χρώμα της φωτογραφίας μας, έτσι μετατρέπουμε -αν θέλουμε- το χρώμα της φωτογραφίας μας σε ασπρόμαυρους τόνους. Τα πραγματικά χρώματα του κόσμου τα έχουμε ξεχάσει αμέσως μόλις αφήσαμε την πραγματική ζωή. Δεν μένει παρά να κρίνουμε αν η νέα, αληθοφανής -αλλά πλασματική- απεικόνιση χρειάζεται έγχρωμους ή ασπρόμαυρους τόνους.

  • Δεν αποκλείεται η περίοδος που διανύουμε να αντιστοιχεί στους τελευταίους σπασμούς της ασπρόμαυρης φωτογραφίας πριν από τον θάνατό της. Αυτός όμως ο ρόγχος μπορεί να διαρκέσει πολύ μεγάλο διάστημα μέχρι το ενδεχόμενο τέλος και σίγουρα θα είναι ικανός να παράγει σπουδαίες φωτογραφίες.

Πλάτων Ριβέλλης
Επιμελητής της έκθεσης και πρόεδρος του «Φωτογραφικού Κύκλου