|
Ιούλιος 2011
Ο σχολιασμός ενός έργου τέχνης
δεν είναι τίποτε άλλο από την αφετηρία ενός διαλόγου, με τον εαυτό μας
ή με τους φίλους μας, με σκοπό να αυξήσουμε και να
εμβαθύνουμε την πνευματική απόλαυση.
Και όλα όσα ακολουθούν δεν είναι
σε θέση ούτε στο ελάχιστο να υποκαταστήσουν ή να ερμηνεύσουν
την προσωπική περιπέτεια τής
επικοινωνίας με μια σπουδαία φωτογραφία και έναν μεγάλο φωτογράφο.
Η μεγάλη δυσκολία στην οικοδόμηση κάθε μεμονωμένου
έργου τέχνης, αλλά και στην σταδιακή οργάνωση ενός συνολικού καλλιτεχνικού
έργου είναι η εδραίωση μιας σύνθετης ενότητας. Δηλαδή, να υπάρχουν
συνδιαλεγόμενα, αντιφατικά και ταυτόχρονα συμπληρωματικά στοιχεία, τα οποία να
καταλήγουν σε ένα ενιαίο σύνολο. Αυτό είναι λιγότερο σχεδιασμένο από όσο κανείς
ελπίζει και λιγότερο απρόβλεπτο από όσο κάποιος πιστεύει. Προκύπτει και
παράλληλα προκαλείται.
Στις φωτογραφίες τού André
Kertész όλα μοιάζουν
τυχαία και αβίαστα, ενώ σε μια δεύτερη πιο προσεχτική προσέγγιση αποκαλύπτουν
ένα πολύ πιο σύνθετο υπόβαθρο. Αυτή η ανάμιξη τής αβίαστης απλότητας και τής
διανοούμενης αναζήτησης προσδίδει στο έργο του ένταση και ερεθίζει το
ενδιαφέρον τού θεατή.
Υπάρχουν μερικοί που ισχυρίζονται ότι ο αριθμός των
διαφόρων στοιχείων που μπορεί να συνυπάρχουν σε μια φωτογραφία είναι ευθέως
ανάλογος τής ποιότητάς της. Μεγάλη πλάνη. Τα συνυπάρχοντα στοιχεία θα έπρεπε να
είναι όσο γίνεται λιγότερα για να εξασφαλίζουν την ομορφιά τής απλότητας.
Ιδανικά ένα και μόνο. Αρκεί το ένα να ήταν διχασμένο για να επέτρεπε την
εσωτερική σύγκρουση. Πράγμα εξαιρετικά δύσκολο. Κάθε όμως περαιτέρω προσθήκη
νέου στοιχείου πρέπει να υπογραμμίζει την απλότητα και όχι να στοχεύει στην
πολυπλοκότητα. Έτσι ώστε η κατάληξη να είναι ένα ενιαίο σημείο και όχι μια
συγκόλληση στοιχείων.
Θα αποτολμήσω μια προκλητική (και σχετικά πιο πεζή) παρομοίωση
με τα διάσημα αλκοολούχα κοκτέιλ. Οι πότες φωτογράφοι είμαι σίγουρος ότι θα την
αντιληφθούν. Τα μεγάλα και καθιερωμένα κοκτέιλ (και δεν είναι καθόλου εύκολο να
εφευρεθούν νέα) στηρίζονται συνήθως σε τρία επιμέρους ποτά. Το κύριο (συνήθως
αλκοολικά βαρύτερο και σε μικρότερη ποσότητα), το επιβοηθητικό (συνήθως μη
αλκοολούχο ή πάντως ελαφρύτερο και σε μεγαλύτερη ποσότητα) και το ενισχυτικό
τής γεύσης και τού αρώματος (συνήθως σε σταγόνες ή πάντως σε ίχνη). Κάθε άλλη
προσθήκη είναι επικίνδυνη γιατί θα θολώσει τον χαρακτήρα τού ποτού και θα
προκαλέσει συγκρούσεις που δεν θα μπορούν να καταλήξουν σε ένα ενιαίο τελικό
προϊόν. Και, κάτι ακόμα πιο ενδιαφέρον, στους πετυχημένους συνδυασμούς δεν
είναι φανερό ποιο ποτό υπερτερεί. Το κύριο ή το βοηθητικό. Η τελική γεύση
πρέπει να είναι αυτή τού κοκτέιλ και όχι τού επιμέρους ποτού ή ποτών.
Στη συγκεκριμένη φωτογραφία τού Kertész υπάρχει ένα πολύ
επικίνδυνο πρώτο στοιχείο που είναι η συναισθηματικά φορτισμένη και
υπογραμμισμένη παρουσία της γυναίκας με τις λίγες και φτωχές γλαστρούλες της.
Όλα τα νεορεαλιστικά πρότυπα τής ανθρώπινης μοναξιάς, ενδεχομένως και τής
ανέχειας, τής αστικής απομόνωσης και πολλά άλλα είναι έτοιμα να κατακλείσουν το
μυαλό τού θεατή δίνοντάς του εύκολες, απλοϊκές και κατευθυνόμενες αναγνώσεις.
Και σαν να μην έφτανε αυτή η προφανής θεματολογία, ο φωτογράφος τοποθετεί το
γεγονός στο κέντρο τής φωτογραφίας τονίζοντας και με τον τρόπο αυτό την προφανή
του σημασία. Αν η φωτογραφία περιοριζόταν εκεί, τότε θα είχαμε ένα απλό
στιγμιότυπο επιδερμικού σχολιασμού.
Έρχεται όμως το δεύτερο στοιχείο, αυτό τού
περιβάλλοντος χώρου. Το στιγμιότυπο τής γυναίκας στο παράθυρο δεν χρειαζόταν
αυτή την μπαρόκ ανάπτυξη ενός ολόκληρου φρουρίου μέσα στον φωταγωγό και στην
ταράτσα. Μοιάζει δυσανάλογη η παρουσία του, αλλά αυτή ακριβώς είναι και η
συμβολή του. Εξισορροπεί με τη γεωμετρική του τελειότητα και με τη φορμαλιστική
του αλαζονεία, τη συναισθηματική υπερβολή τής γυναίκας στο παράθυρο, χωρίς όμως
να την εξαφανίζει. Γεννιέται έτσι ένας δημιουργικός διάλογος ανάμεσα στο
προφανές και αβίαστο συναίσθημα και στην αισθητική παρουσία τής φόρμας. Θα ήταν
αδιανόητο να περιορίσει κάποιος τη φωτογραφία στο κέντρο της με το πρόσχημα ότι
εκεί υπάρχει η ουσία τής περιγραφής και εξίσου αφελές να εξαφανίσει το κέντρο
προς όφελος μιας εικαστικής κατασκευής που θα εξαντλείτο στην πρώτη θεώρηση. Τα
δύο θέματα, γυναίκα και τοίχος, αλληλοσυμπληρώνονται και συνδιαλέγονται
ενοποιημένα μέσα από τις παραλλαγές τού γκρίζου που λειτουργεί σαν ενισχυτικό
τής όρασης. Και ο θεατής δεν μπορεί ούτε να ιεραρχήσει ούτε να αποκολλήσει τα
δύο προφανή και εκ πρώτης όψεως ετερόκλητα θέματα, παρά μόνον να υποκλιθεί
μπροστά στον συνδυασμό τής τόλμης και τής απλότητας τού μεγάλου φωτογράφου.
|