| |
|
|
|
|
|
Πλάτων Ριβέλλης
Το βιογραφικό που ακολουθεί αποτελεί μέρος τού λευκώματος
τού Πλάτωνα Ριβέλλη με τον τίτλο «Άνω Τελεία»,
που κυκλοφόρησε το 1998 από τις Εκδόσεις Φωτοχώρος.
Γεννήθηκα στην Αθήνα το 1945. Οι αναμνήσεις μου από την παιδική ηλικία είναι μόνον καλές. Πιστεύω πως ένας μηχανισμός αυτοάμυνας μού έσβησε όλες τις κακές, που χωρίς αμφιβολία πρέπει κι αυτές να υπήρχαν. Η πορεία μου μέσα από τις σπουδές τών νεανικών χρόνων ήταν εύκολη και προβλεπόμενη. Η Τέχνη δεν είχε κάποιον ειδικό ρόλο να παίξει στη μικρή μου ηλικία, ήταν όμως πάντοτε παρούσα μέσα από την οικογενειακή βιβλιοθήκη, τα μουσικά απογεύματα με ζωντανή μουσική δωματίου, που οργάνωναν οι γονείς μου στο σπίτι, τις βραδιές γραμμοφώνου (με προσφορά παγωτού στα διαλείμματα) στις αρχές τού ‘50, τις συχνές επισκέψεις σε μουσεία και αρχαιολογικούς χώρους, το πιάνο τής μητέρας μου και αργότερα, από την ηλικία τών δώδεκα, τις κυριακάτικες πρωινές προβολές τής κινηματογραφικής λέσχης. Εν τούτοις, είτε επειδή φοβόμουνα, είτε επειδή δεν είχα φαίνεται ιδιαίτερη κλίση σε κάτι, δεν είχα δείξει την παραμικρή έφεση για καλλιτεχνική δημιουργία.
Μετά τις γυμνασιακές μου σπουδές στο Βαρβάκειο, ίσως επειδή δεν είχα κλίση ούτε για τις θετικές επιστήμες, κατευθύνθηκα στη Νομική Σχολή τού Πανεπιστημίου Αθηνών, χώρο υποδοχής κάθε αναποφάσιστου, από όπου αποφοίτησα το 1968 μέσα σε ταραγμένη εποχή για το διεθνές φοιτητικό κίνημα και κάτω από τις ασφυκτικές συνθήκες τής δικτατορίας στην Ελλάδα. Νόμισα εξ αυτού τού λόγου ότι η πολιτική επιστήμη ήταν η ενδεδειγμένη διέξοδος και τη σπούδασα μέχρι το 1970 στο Παρίσι χωρίς ενθουσιασμό ή επιτυχία. Η συνέχεια με βρήκε, σχεδόν χωρίς να το καταλάβω, δικηγόρο στην Αθήνα. Αρκετά χρόνια μετά ένοιωσα τα πρώτα σοβαρά ερωτήματα αμφισβήτησης τής πορείας μου. Και κυρίως την επιθυμία να ξυπνώ το πρωί με περιέργεια και κέφι για την υπόλοιπη μέρα και να έχω το ηθικό κίνητρο να βελτιώνομαι. Αυτές τις δυο επιθυμίες φαίνεται πως η δικηγορία δεν μπορούσε να μου ικανοποιήσει. Η θέληση να ασχοληθώ με κάτι καλλιτεχνικό, νομίζω, αν μπορώ να θυμάμαι καλά, ότι προηγήθηκε από την επιλογή τής φωτογραφίας. Η τελευταία μού φάνηκε σαν πιο προσιτή καλλιτεχνική μορφή, πέραν τού ότι ήδη την αγαπούσα και, λίγο, την γνώριζα. Μέσα σε ελάχιστα χρόνια η φωτογραφία είχε καταλάβει όλον μου τον χρόνο.
Έμαθα φωτογραφία διαβάζοντας πολλά βιβλία, τεχνικά και θεωρητικά, και ασκούμενος από μόνος μου. Από επιθυμία να γνωρίσω άλλους φωτογράφους πήγα το 1983 για λίγους μήνες στην Αμερική, από όπου αποκόμισα, σαν την πιο σημαντική μου εμπειρία, την γνωριμία με τον Garry Winogrand, τού οποίου παρακολούθησα ένα σεμινάριο. Από το 1981 είχα αρχίσει να διδάσκω φωτογραφία σε μικρές ομάδες σε ένα studio που είχα οργανώσει στην οδόν Αραχώβης (Studio Quark). Έκτοτε δίδαξα σε πολλά σχολεία, πανεπιστήμια και ιδιωτικά τμήματα (Πάντειο Πανεπιστήμιο, University of La Verne, Σχολή Μωραϊτη, Κολλέγιο Αθηνών, Σχολή Φωτογραφίας Focus, Σχολή Φωτογραφίας Leica Academy, κ.α.). Με τον καιρό όμως κατάλαβα ότι με ενδιέφεραν κυρίως εκείνοι οι μαθητές, ασχέτως ηλικίας, που επιλέγανε το μάθημά μου για τη δική τους ανάγκη και επιθυμία και όχι για να αποκτήσουν ένα πτυχίο, χωρίς βέβαια με αυτό να ισχυρίζομαι ότι οι μαθητές τών Σχολών δεν ήταν καλοί, ευσυνείδητοι και επιμελείς. Έτσι, εδώ και λίγα χρόνια περιόρισα τη διδασκαλία μου στα τμήματα που διδάσκω στον «Φωτογραφικό Κύκλο».
Η ανάγκη για την ίδρυση τού σωματείου «Φωτογραφικός Κύκλος» ήρθε σαν απόρροια τών μαθημάτων μου. Η ταύτισή μου με τους μαθητές μου υπήρξε τέτοια, ώστε υπέφερα βλέποντας γύρω μου τόσους ανθρώπους με ταλέντο, ευφυία και ικανότητες να χάνονται μετά το τέλος τού μαθήματος, διότι δεν ήθελαν (και πολύ σωστά) να γίνουν επαγγελματίες τής τέχνης, ούτε άντεχαν τη μοναξιά και τις αμφιβολίες τής δημιουργίας. Αποφάσισα λοιπόν να προσφέρω σ' αυτούς και στον εαυτό μου την πολυτέλεια μιας παρέας, μιας οικογένειας στηριγμένης σε δεσμούς επιλογής απόψεων, στόχων και βλέμματος πάνω στην τέχνη και στον κόσμο. Η οικογένεια αυτή, το σωματείο «Φωτογραφικός Κύκλος», εδώ και δέκα χρόνια μεγαλώνει και εμπλουτίζεται με μέλη που ασπάζονται τα πιστεύω της και υποστηρίζουν την παρουσία της. Η συνεχής «ερασιτεχνική» ασχολία τους με τη φωτογραφία, η ανάγκη τους για διεύρυνση τών καλλιτεχνικών τους γνώσεων, ο σεβασμός στη φωτογραφία (και σε όλη την τέχνη) που προηγήθηκε, η επιθυμία για επικοινωνία αποτελούν μερικά από τα χαρακτηριστικά αυτής τής παρέας. Η μεγάλη βιβλιοθήκη, ο πλήρως εξοπλισμένος σκοτεινός θάλαμος, η αίθουσα συναντήσεων και διαλέξεων συμπληρώνονται από μια μικρή γκαλερί (ταυτόχρονα και καφενείο), που έχει φιλοξενήσει μέχρι σήμερα πολλές εκθέσεις, κυρίως Ελλήνων, φωτογράφων.
Για μένα ο «Κύκλος» είναι ένα σπίτι, που με απασχολεί περισσότερο ίσως και από την προσωπική μου φωτογραφία, αλλά που μαζί με αυτήν, μαζί με τη διδασκαλία και μαζί με τα γραπτά μου συνιστούν ένα σύνολο, αυτό τής «φωτογραφικής μου δημιουργίας». Η καθημερινή ενασχόληση με τις φωτογραφίες τών άλλων δεν αποτελεί στέρηση και απομάκρυνση από τη δική μου δουλειά, αλλά ενίσχυση και προσχέδιο αυτής. Μπορεί να φωτογραφίζω πιο σπάνια, επειδή ο «Κύκλος» απορροφά ένα πολύ μεγάλο μέρος τού χρόνου μου, αλλά, όταν βρεθώ με τη μηχανή στο χέρι, όλες οι ώρες τού «Κύκλου», των μαθητών και των βιβλίων, είναι εκεί να με εμπνεύσουν και να με βοηθήσουν να κερδίσω αυτόν τον δήθεν χαμένο χρόνο προσφέροντάς μου τη γνώση, που χρειάζεται για επιλογές πιο ακριβείς.
Εκτός όμως από τα σεμινάρια στον «Φωτογραφικό Κύκλο» είχα την ευκαιρία να παραδώσω πολλά ολιγοήμερα σεμινάρια σε επαρχιακές πόλεις. Αρχικό κίνητρο γι αυτές τις εξορμήσεις στάθηκε το γεγονός ότι η Γενική Γραμματεία Λαϊκής Επιμόρφωσης, με πρωτοβουλία τού πολύτιμου συνεργάτη της, τού Βασίλη Σπηλιόπουλου, μου ανέθεσε πριν από δώδεκα περίπου χρόνια τη διοργάνωση τών προτύπων τμημάτων φωτογραφίας ανά την Ελλάδα και την εκπαίδευση τών επιμορφωτών καθηγητών. Μπόρεσα έτσι να διαπιστώσω την επιθυμία, αλλά και τις ικανότητες, τών κατοίκων τής επαρχίας για πιο ουσιαστική επαφή και γνωριμία με την καλλιτεχνική δημιουργία. Οι φωτογραφικές και διδακτικές αυτές εξορμήσεις με οδήγησαν ακόμα και στην Κύπρο, όπου επίσης βρήκα ένα κοινό ανοικτό και φιλικό.
Από τα πρώτα μου βήματα ως δασκάλου είχα διαπιστώσει την ανάγκη να γράψω για τους μαθητές μου διδακτικά εγχειρίδια. Το 1986 κυκλοφόρησε η πρώτη έκδοση τής «Φωτογραφίας», βιβλίου με τεχνικές πληροφορίες. Ακολούθησε η συγγραφή τού «Μονόλογου για τη Φωτογραφία», όπου εκθέτω τις προσωπικές μου απόψεις για την τέχνη και τη φωτογραφία και που κάθε του έκδοση εμπλουτίζεται με νέα κείμενα, που έχω γράψει σε διάφορα έντυπα. Πρόκειται δηλαδή για ένα βιβλίο σε συνεχή εξέλιξη και συμπλήρωση. Το τελευταίο θεωρητικό κείμενο που εξέδωσα ήταν το βιβλίο «Σκέψεις για τη Φωτογραφία», όπου εκθέτω πάλι τις προσωπικές μου απόψεις για την Ιστορία τής Φωτογραφίας παράλληλα με τον σχολιασμό αρκετών φωτογραφιών διασήμων φωτογράφων. Τα βιβλία επομένως αυτά δεν είναι τίποτε άλλο από το περιεχόμενο τού μαθήματός μου. Το μόνο ίσως που απομένει να γράψω είναι ένα βιβλίο για τη μέθοδο κριτικής προσέγγισης τών φωτογραφιών, θέμα που αποτελεί το περιεχόμενο τών προχωρημένων μου σεμιναρίων. Πέραν των θεωρητικών αυτών βιβλίων προσπάθησα να εκδίδω αραιά και πού μερικές μικρές συλλογές φωτογραφιών μου («Φωτογραφίες Χορού», «Ερείπια», «Φως και Σιωπή»), ώστε να αφήνω μερικά στίγματα τής δουλειάς μου, κάτι που θεωρώ σχεδόν υποχρέωση οποιουδήποτε ασχολείται με την τέχνη. Την ίδια στάση προσπάθησα να ενισχύσω και για λογαριασμό τών μαθητών μου.
Δεν μπορώ να φανταστώ καλύτερο τρόπο μάθησης, αλλά και επικοινωνίας, από τα βιβλία. Μέσα από αυτά έμαθα τα λίγα που ξέρω και βέβαια αυτά μου δίδαξαν να βλέπω φωτογραφίες. Ο μεγάλος αριθμός (3.000 μέχρι σήμερα) βιβλίων τής φωτογραφικής βιβλιοθήκης τού «Φωτογραφικού Κύκλου» ξεκίνησε από το 1978, όταν αποφάσισα για πρώτη φορά να καταλάβω πώς λειτουργεί η φωτογραφία και αγόρασα τον πρώτο μου Kertész.
Είναι γεγονός πως συχνά αγανακτώ βλέποντας μέσα σ' αυτά τα βιβλία πολύ κακή δουλειά. Η αγανάκτηση όμως αυτή δεν με αποτρέπει από το να υποστηρίζω κάθε έκδοση, όσο κακή κι αν είναι, διότι έτσι μπορούμε να επικοινωνήσουμε. Και έτσι μπορούμε να μάθουμε έστω και την κακή δουλειά. Οι απόψεις που υποστηρίζουν πως ο φωτογράφος πρέπει να εκδίδει μόνον την καλή (;) δουλειά του και μόνον όταν είναι καλλιτεχνικά ώριμος κρύβουν μιαν υπεροψία ή έναν φόβο και παραγνωρίζουν το γεγονός ότι κανένας καλλιτέχνης δεν είναι οριστικά ώριμος και ουδέποτε μπορεί να ισχυριστεί πως έφτασε στις καλές του εικόνες. Η δημοσίευση είναι μικρός σταθμός, μικρή ανάσα στην πορεία τής δημιουργίας και τίποτα περισσότερο. Αλλιώς, όλα τα βιβλία θα έπρεπε να εκδίδονται την παραμονή τού θανάτου τού καλλιτέχνη, όταν κατ' ανάγκην θα θεωρείται ώριμος και θα είναι σίγουρο πως δεν πρόκειται να βελτιώσει τη δουλειά του. ΄Αλλωστε το να προσδίδει κανείς στο βιβλίο μεταφυσικές ή υπερφυσικές ιδιότητες δεν αποτελεί την καλύτερη υπηρεσία προς αυτό.
Οι εκθέσεις φωτογραφιών είναι συνήθεις και πιθανόν χρήσιμες, αλλά κατά τη γνώμη μου δεν ταιριάζουν απόλυτα στο είδος τουλάχιστον τής φωτογραφίας που αγαπώ, ενώ το βιβλίο προάγει μια πιο εσωτερική, διαρκή και προσωπική επαφή με το έργο και τον καλλιτέχνη. Παραδόξως μάλιστα το βιβλίο δεν αποτελεί ζηλευτή προσθήκη στα περίφημα βιογραφικά σημειώματα τών καλλιτεχνών. Ίσως διότι δεν έχει να κάνει με υψηλές αμοιβές, ούτε με αίθουσες τέχνης και δεν παραπέμπει στη ζωγραφική.
Δυστυχώς, καθώς φαίνεται, από τη στιγμή που η τέχνη μετά τον πόλεμο έγινε είδος προς εμπορίαν και ο καλλιτέχνης έγινε παραγωγός, τα βιογραφικά σημειώματα απέκτησαν δυσανάλογα μεγάλη αξία. Και ακόμα δυστυχέστερα οι νέοι καλλιτέχνες άρχισαν να εργάζονται κυρίως γι' αυτά και λιγότερο για το ίδιο το έργο. Οι σημαντικές προσθήκες στα βιογραφικά είναι πλέον τα πτυχία, οι εκθέσεις, οι γκαλερί που φιλοξένησαν ή εκπροσωπούν τον φωτογράφο και τα ιδρύματα που έχουν αγοράσει έργα του. Έτσι ο φωτογράφος αντλεί την αξία του από το όνομα και την φήμη τρίτων. Δεν νομίζω ότι θα με ενδιέφερε να μάθω κάτι για έναν καλλιτέχνη, πέρα από όσα περικλείονται στο έργο του. Ίσως μόνον την ημερομηνία γεννήσεως του. Κι αυτήν όχι απαραίτητα. ΄Η μάλλον θα 'θελα να μάθω πάρα πολλά, τόσα που μόνον μια προσωπική συνομιλία θα μου αποκάλυπτε. Αλλά οι σπουδές, οι εκθέσεις και οι δημοσιεύσεις του με αφήνουν αδιάφορο. Δεν πρόκειται να τον προσλάβω για υπάλληλο. Το έργο του απλώς ελπίζω να μου αρέσει. Κι αν μου αρέσει, αδιαφορώ πλήρως αν έργα του υπάρχουν στην Εθνική Βιβλιοθήκη τής Γαλλίας, ή αν έχει εκθέσει στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης, ή στον μήνα φωτογραφίας τής τάδε πόλης. Αν όμως πρόκειται να αγοράσω ή να πουλήσω το έργο του και προσπαθώ να αποτιμήσω την οικονομική του αξία, τότε το βιογραφικό σημείωμα έχει σημασία, την ίδια περίπου που έχει το "pedigree" για τα σκυλιά ράτσας και όχι βέβαια για το σκυλάκι σας που αγαπάτε.
Παράλληλα με τα βιβλία είχα την επιθυμία να εκδώσω και ένα περιοδικό με περιεχόμενο την καλλιτεχνική φωτογραφία. Το περιοδικό, που ονομάστηκε και αυτό, όπως και οι εκδόσεις μας, το καφενείο μας και κάθε παράλληλη δραστηριότητα τού σωματείου μας, "Φωτοχώρος", κατάφερε να εδραιώσει την παρουσία του και να εξασφαλίσει ένα μικρό και πιστό κοινό.
Η μεγάλη δύναμη τής τηλεοπτικής εικόνας, που ήδη πριν από είκοσι χρόνια είχε κάνει τον Malraux να ισχυριστεί ότι είναι η μεταμόρφωση τού μέλλοντος, με έσπρωξε να κάνω για την ελληνική τηλεόραση, σε συνεργασία με τον σκηνοθέτη Γιάννη Οικονομίδη, δύο σειρές εκπομπών ( η μία για την εκπαιδευτική τηλεόραση) με περιεχόμενο το έργο τών μεγάλων φωτογράφων και τους προβληματισμούς γύρω από τη φωτογραφία. Νομίζω πως οι εκπομπές είχαν επιτυχία και αρκετοί άνθρωποι επικοινώνησαν για πρώτη φορά μέσω αυτών με την καλλιτεχνική φωτογραφία. Εκείνο όμως που με εντυπωσίασε ήταν το γεγονός τής μαγείας, που ασκούσαν οι ακίνητες εικόνες πάνω στην τηλεοπτική οθόνη, η οποία για πολλούς είναι συνυφασμένη με τη συνεχή, σε σημείο υστερίας, κίνηση.
Έχω ήδη φτάσει στο μέσον τής ζωής μου και μπορώ (κάνοντας μια πολύ μικρή στάση) να εκτιμήσω ότι το περιεχόμενό της βρίσκεται στην ευθεία τών ονείρων μου. Για το μέλλον θα ευχόμουνα να συνεχίσω στον ίδιο δρόμο, να φωτογραφίζω, να διδάσκω τη φωτογραφία, να δημιουργώ ευκαιρίες για τους νέους φωτογράφους, για να κάνουν και να δείχνουν δουλειά, και να γνωρίζω ανθρώπους από όλον τον κόσμο με ανάλογες επιθυμίες και κατευθύνσεις. Όλα αυτά βέβαια θα προτιμούσα να πραγματοποιούνται σε ένα περιβάλλον μικρότερου ανταγωνισμού, πιο συγκρατημένης φιλοδοξίας και μεγαλύτερης οικονομικής άνεσης. Νομίζω επομένως πως μπορώ να χαρακτηρίσω θετικό τον μέχρι σήμερα απολογισμό, αφού το μόνο που μού λείπει είναι να βελτιώσω λίγο τις συνθήκες άσκησης τών δραστηριοτήτων μου, χωρίς να αλλάξω το περιεχόμενό τους. Ίσως μάλιστα από δω και μπρος, όπως και σε όλα τα ευτυχισμένα βιογραφικά, να πρέπει να προστεθούν ελάχιστα λόγια.
Πλάτων Ριβέλλης
|
|
|