Home arrow Notes arrow Bernard Plossu  
 
E-mail
Συνέντευξη

 

Bernard Plossu

του Γιάννη Δημητριάδη

"Γνώρισα τον Bernard το 1998, όταν μπήκε για πρώτη φορά στον "Φωτογραφικό Κύκλο". ΄Εκανε ένα γύρο δέκα λεπτών στον θάλαμο, στη βιβλιοθήκη, κοίταξε τον κόσμο, τις φωτογραφίες κι ύστερα μού πήρε μια φωτογραφία λέγοντας μου ότι αυτό που γίνεται στον "Κύκλο" είναι πολύ σημαντικό. Τού χρωστώ ευγνωμοσύνη γι αυτήν του την ενθάρρυνση και για τη φιλία που μού έδειξε έκτοτε. Θεωρεί ότι ο "Φωτογραφικός Κύκλος" πρέπει να γίνει διεθνώς γνωστός, κάτι που ποτέ δε απασχόλησε εμένα, και προσπαθεί να κάνει γι αυτό όσα δεν έκανα εγώ ο ίδιος. Η τελευταία του επίσκεψη στην Ελλάδα, όπου ήρθε με τον φίλο του και καλό φωτογράφο Daniel Zolinsky, για να φωτογραφίσουν παρέα τα άγνωστα Δωδεκάνησα, καθώς και η τελευταία του ομιλία και παρουσίαση στον “Φωτογραφικό Κύκλο” επιβεβαίωσαν τη φιλία μας." 

Πλάτων Ριβέλλης

Όταν κοιτούσα τις φωτογραφίες του Μπερνάρ Πλοσύ (ή Πλοσού, η πραγματική προφορά του επωνύμου του είναι κάπου στη μέση) φανταζόμουν έναν άνθρωπο γεννημένο σε κάποιο βαγόνι τρένου, ή στην καμπίνα ενός πλοίου ανοιχτών θαλασσών. Έναν ταξιδιάρη με όλη τη σημασία της λέξης. Ίσως να έφταιγαν τα ονειρικά κουνημένα τοπία του που περιέκλειαν έντονη την αίσθηση της μετακίνησης από τον ένα τόπο στον άλλο. Ίσως οι "ανακριβείς" τοποθεσίες - ανακριβείς, γιατί μπορούσαν να βρίσκονται παντού, από τη Μαύρη Αφρική ή την Ισπανία ή την έρημο της Αμερικής ως το νησάκι του Αιγαίου ή το Παρίσι. Όταν άνοιγα ένα από τα πολλά βιβλία του άρχιζε το ταξίδι. Κι όταν η ανάγνωση τελείωνε ήταν οδυνηρή η προσγείωση στον κόσμο της πραγματικότητας, όπου όλα είναι έγχρωμα κι ακίνητα και όλα παραπέμπουν σε μια νομοτελειακή καθημερινότητα χωρίς εξόδους διαφυγής.

Μάλλον γι' αυτό μου άρεσε ο Πλοσί. Γιατί είναι το πιο φτηνό εισιτήριο στις τέσσερις γωνιές του πλανήτη. Γιατί, ακόμη και οι φωτογραφίες του που είναι τραβηγμένες στην κουζίνα του σπιτιού του έχουν την ιδιότητα να σε ταξιδεύουν - αρνούνται το χρόνο και, κυρίως, το χώρο κι έχουν τη δική τους οντότητα. Είναι, τρόπον τινά, διαχρονικές, υπό την έννοια ότι θα μπορούσαν να έχουν τραβηχτεί οποιαδήποτε χρονική στιγμή. Ελάχιστη βοήθεια θα προσέφεραν στον ιστορικό του μέλλοντος που θα προσέτρεχε σε αυτές προσπαθώντας να εξερευνήσει έναν κόσμο του μακρινού παρελθόντος. Όταν, στα τέλη της περασμένης χρονιάς, ο Μπερνάρ Πλοσύ επισκέφτηκε την Ελλάδα, κατάλαβα πως η ζωή του είναι ταυτόσημη με τη φωτογραφία περισσότερο από κάθε άλλο φωτογράφο που έχει τύχει να διαβάσω ή να γνωρίσω. Όταν μπήκε στον Φωτογραφικό Κύκλο, καθυστερημένος από το μποτιλιάρισμα στην εθνική οδό Αθηνών-Πατρών, αντικρίσαμε έναν "πιτσιρικά πενηντάρη", ντυμένο απλά, μ' ένα ταγάρι για τις αποσκευές και την αγαπημένη του Nikkormat και τον απαραίτητο πενηντάρη φακό υπό μάλης. Σε κάποιους ίσως φάνηκαν καθαρά τα σημάδια της μόδας του '60 και του '70 - όπου ο Πλοσύ δημιούργησε το ύφος δουλειάς (ίσως και την προσωπική ηθική) που διατηρεί ως σήμερα. Όσοι περίμεναν μια βεντέτα με αδιαπραγμάτευτες απόψεις και στυλ, απογοητεύτηκαν. Ήταν ευγενικός, ενθαρρυντικός προς τους νέους και συχνά αμήχανος απέναντι στον κόσμο. Αν δεν ήταν κακός μαθητής και ατίθασος νεανίας, ίσως να μην ήταν ο φωτογράφος που είναι σήμερα. Γι' αυτούς ακριβώς του λόγους οι γονείς του αποφάσισαν να τον στείλουν σε συγγενείς της οικογενείας, στο Μεξικό. Για να γλιτώσει τους "πειρασμούς" της Γαλλίας. Κι όλα αυτά στα μέσα της δεκαετίας του '60. Αν ήξεραν! Ο Μπερνάρ Πλοσί κατέφτασε στο Μεξικό εν μέσω κινήματος χίπι, γενιάς των λουλουδιών, πλήρους και τέλειας αμφισβήτησης. Αντί λοιπόν να "προοδεύσει" με τα μέτρα των ευρωπαίων γονιών του, προτίμησε να ζήσει συμφώνως με το πνεύμα της εποχής. Έτσι, γύρισε το Μεξικό και την Αμερική αναζητώντας εμπειρίες και εικόνες (κάτι που τότε ήταν μάλλον πρωταρχικό) και, μεταξύ άλλων, φωτογράφισε (κάτι το οποίο ήταν απλώς συμπλήρωμα των περιπετειών της καθημερινότητας ενός νέου χίπι της εποχής που σεβόταν τον εαυτό του).

Ο Πλοσύ φωτογράφισε τους φίλους και τις παρέες του, την ίδια του τη ζωή - όπως, αντιστοίχως έπραξε και ο Μαξ Παμ την ίδια εποχή περίπου, στην άλλη άκρη του κόσμου, την Ινδία και την Ασία. (Για την ιστορία: όταν αυτοί οι δυο συναντήθηκαν με έκπληξη διαπίστωσαν ότι είχαν πολλές 'κοινές' ή παραπλήσιες φωτογραφίες σε ύφος και θεματογραφία. Ακόμη και πορτραίτα αγνώστων που έκαναν στο δρόμο ήταν όμοια μεταξύ τους! Η μόνη εξήγηση αυτής της καλλιτεχνικής συγγένειας δεν μπορεί παρά να είναι ο κοινός τρόπος ζωής, τα κοινά βιώματα, το κοινό όνειρο). Από την εποχή του "Μεξικανικού Ταξιδιού" (το πρώτο βιβλίο του Πλοσί, που, βεβαίως, καμία φιλοδοξία βιβλίου δεν είχε κατά τη δημιουργία των φωτογραφιών) ως τα σημερινά του βιβλία, ο φωτογράφος εμπλέκει τη ζωή με τη μηχανή του. Ταξιδεύει πολύ και περπατάει. Επιλέγει τα δημόσια μέσα μεταφοράς τα οποία γίνονται συχνά "φορείς" των ίδιων των φωτογραφιών του. Οι φωτογραφίες του βιβλίου "Η Μασσαλία με Λεωφορείο" τραβήχτηκαν μέσα από λεωφορείο. Εκείνες του βιβλίου "Παρίσι-Λονδίνο", μέσα από το τραίνο. Έχει μια αγάπη στα πλοία αλλά και στο ταξίδι με αυτοκίνητα, απ' τα οποία φωτογραφίζει με το ένα χέρι, οδηγώντας ταυτοχρόνως με το άλλο (κάπως έτσι εξηγούνται ορισμένες "κουνημένες" φωτογραφίες του και όχι από επιτηδευμένη προσπάθεια ύφους). Οι φωτογραφικοί του πειραματισμοί δεν σταματούν εκεί. Ο Πλοσί έχει επανειλημμένως φτιάξει βιβλία με φωτογραφίες τραβηγμένες με "φθηνές", ερασιτεχνικές φωτογραφικές μηχανές. Έχει, ακόμη, πειραματιστεί με διαφορετικά μεγέθη, αν και συνήθως χρησιμοποιεί φορμά 35mm και πενηντάρη φακό. Συχνά τυπώνει τις φωτογραφίες του σε χαρτί αλληλογραφίας.

Στην Ελλάδα ήρθε για να φωτογραφήσει νησιά του Αιγαίου, παρέα με τον αχώριστο σύντροφο των ταξιδιών του, Ντανιέλ Ζολίνσκι. Πριν το ταξίδι του συζητήσαμε για τρεις ώρες, στο σπίτι του Πλάτωνα Ριβέλλη. Το κόκκινο κρασί και οι μεζέδες βοήθησαν - αν και ο Πλοσί δεν έχει ανάγκη αναλόγων "βοηθημάτων" για να μιλήσει ανοιχτά και ειλικρινά. Η φωτογραφία καταλαμβάνει (μαζί με τη γυναίκα του, επίσης φωτογράφο Φρανσουάζ Νουνιέζ και τα δυο του παιδιά) πολύ μεγάλο χώρο στη ζωή του.

Αποσπάσματα αυτής τής συζήτησης, με τον ίδιο ελεύθερο τρόπο που διατυπώθηκαν, παρατίθενται πιο κάτω:

"Κουβαλάω πάντα τη μηχανή μου. Αν και είναι αλήθεια ότι όσο γερνάω την κουβαλάω λίγο λιγότερο. Φωτογραφίες βλέπω συνεχώς γύρω μου, ακόμα κι όταν δεν έχω τη μηχανή μου. Πρέπει βέβαια να κάνω μια διάκριση ανάμεσα στις φωτογραφίες που κάνω μόνος μου κι αυτές που μου παραγγέλνουν. Πάντως, είτε βγαίνω μόνος μου είτε κατόπιν παραγγελίας, με τη μηχανή βρίσκομαι σε "κατάσταση φωτογραφίας". Υπάρχουν δηλαδή πράγματα που κάνει κάποιος επειδή έχει τη μηχανή στο χέρι. ΄Ενας φωτογράφος μπορεί να πλησιάζει μια κόμπρα επειδή κρατάει μηχανή κάτι που δεν θάκανε χωρίς τη μηχανή του.

"Όταν κάνω παραγγελίες μπορώ πλέον, σήμερα, να κάνω ό,τι θέλω. Παλιότερα έκανα έγχρωμες, επαγγελματικές ταξιδιωτικές φωτογραφίες, αλλά και μόνος μου έφτιαχνα αρχείο, π.χ. τη μητέρα μου να μαγειρεύει, τη γυναίκα μου να γράφει μια καρτ-ποστάλ, κάποιος που άνοιγε ένα ντουλάπι, ένας που φορούσε ζώνη ασφαλείας, τα πάντα. Κι αυτά σε διαφάνειες, που αργότερα πουλούσα. Είχαμε - τρεις φωτογράφοι - φτιάξει ένα μικρό πρακτορείο και πουλούσαμε τις φωτογραφίες μας σε περιοδικά. Το κάναμε αυτό επί 15 χρόνια. Και ταυτόχρονα τραβούσα τον Michel Polnareff να τραγουδάει, ή τον Μισισιπή για έναν άτλαντα. Χτυπούσα την πόρτα όλων των περιοδικών και τους πρότεινα φωτογραφίες. Δούλεψα με όλων τvν ειδών τα περιοδικά. Αυτά γινόντουσαν την δεκαετία τού ΄60 και κυρίως τού ’70. Ήταν ένα επάγγελμα για μένα η φωτογραφία. Αυτές τις φωτογραφίες δεν τις δείχνω, αλλά δεν μπορούσα να ζήσω κι αλλιώς εκείνα τα χρόνια. Δεν είχα κάνει ποτέ έκθεση.

"Η αλλαγή έγινε το 1975, μετά το ταξίδι μου στην Αφρική, το οποίο ήταν τόσο καταπληκτικό, ώστε είπα: σταματάω. Ήμουνα τότε τριάντα ετών και είπα ;oτι από κει και μπρος θα έκανα μόνον φωτογραφίες που μου αρέσουν. Στα 33 μου έφυγα για τις ΗΠΑ. Ήταν γύρω στο ’77-’78 όταν όλα ξεκινούσαν εκεί. Βέβαια στη Νέα Υόρκη δεν με θέλανε, άλλωστε δεν θέλουν κανέναν στη Νέα Υόρκη. Αν δεν ήσουν Νεοϋορκέζος ή τουλάχιστον Αμερικανός δεν υπήρχε καν λόγος να παρουσιάσεις σε κανέναν τη δουλειά σου. Γι αυτό πήγα στην Δύση και έπαιξα το χαρτί τής Αμερικανικής Δύσης. Φωτογράφισα στο New Mexico, συνεργάστηκα με πολλές γκαλερί, μέχρι που μια μέρα βρήκα μια γκαλερί στο San Francisco που με χρηματοδότησε. ΄Ετσι το χαρτί μου τού καλλιτέχνη-φωτογράφου (το λέω μολονότι σιχαίνομαι την λέξη) παίχτηκε στην Αμερική. Κι αυτό με βοήθησε όταν γύρισα στη Γαλλία γιατί είχα αναγνωριστεί ήδη στη Δύση (όχι στη Νέα Υόρκη, όπου είμαι άγνωστος).

"Γυρνώντας στη Γαλλία βρέθηκα σε μια χώρα όπου η φωτογραφία ήταν σε μεγάλη άνθηση. Και τότε άρχισαν νάρχονται οι παραγγελίες, για να κάνω όμως πλέον Bernard Plossu επί πληρωμή. Και όχι πια έγχρωμους φοίνικες στην Κεϋλάνη για το εξώφυλλο τής Air France. ΄Οταν κάνει κανείς μια παραγγελία επί πληρωμή τον "περιμένουν όλοι στη στροφή". ΄Ισως από ζήλια, επειδή πληρώνεται. Αν αποτύχει είναι πολύ κακό. Είναι καταστροφικό και πολύ γρήγορα όλα μπορεί ν' αλλάξουν. Κι όπως δεν υπάρχουν πολλές παραγγελίες στη φωτογραφία, κι εγώ παίρνω πολλές από αυτές, ο κίνδυνος είναι μεγάλος. ΄Οσοι επίσημοι παραγγέλνουν φωτογραφίες είναι σε θέση και να την κρίνουν καλά. Πρώτα-πρώτα έχουν σωστούς συμβούλους (διευθυντές μουσείων ή εξειδικευμένους δημοσιογράφους) κι έπειτα στη Γαλλία υπάρχει βαθιά φωτογραφική κουλτούρα. ΄Ανθρωποι σαν τον Sayag, τον Durand, τον Monterosso ξέρουν πολύ καλά τη δουλειά τους και διευθύνουν σημαντικά ιδρύματα όπως το Κέντρο Πομπιντού, το Εθνικό Κέντρο Φωτογραφίας, το Paris Audiovisuel ή την Εθνική Βιβλιοθήκη.

"Για τούς νέους τα πράγματα είναι πάντα δύσκολα, αλλά οι επιτυχίες τών μεγαλυτέρων βοηθάνε και αυτούς. ΄Οταν ο Ansel Adams είχε εξώφυλλο στο περιοδικό Time, αυτό ήταν καλό και για όλους τους νεότερους φωτογράφους. ΄Οταν εγώ σε ηλικία 43 πήρα το μεγάλο εθνικό βραβείο φωτογραφίας αυτό είναι χρήσιμο και για κάθε νέο φωτογράφο (αν και είναι αλήθεια οτι το βραβείο αυτό τόχουν πάρει και υπερβολικά πολλοί φωτογράφοι μόδας - πράγμα αφύσικο). Κάθε φορά όμως που ένας φωτογράφος έχει μια επίσημη παραγγελία, αυτό βοηθάει όλους. Το λάθος όταν είσαι νέος είναι ότι είσαι ζηλιάρης, αλλά όταν κάνεις καλή δουλειά θάρθει κι η μέρα σου. Είναι καλό να θαυμάζεις τη δουλειά που κάνουν οι μεγαλύτεροι.

"΄Εζησα στην Ισπανία τέσσερα χρόνια και οι Ισπανοί έχουν την τάση να λένε οτι σε σύγκριση με τη Γαλλία δεν γίνεται τίποτα στην Ισπανία. Αλλά δεν είναι αλήθεια. ΄Ισως είναι οικονομικά πιο δύσκολα, αλλά γίνονται πάρα πολλά πράγματα. Δεν νομίζω οτι οι Γάλλοι ασκούν κάποιον φωτογραφικό ιμπεριαλισμό. Αν υπάρχει τέτοιος αυτός είναι αμερικανικός. Οι ΄Αγγλοι πάλι είναι μαρξιστές. Πολύ ταγμένοι πολιτικά. Κι αυτό είναι μια αντίδραση στα χρόνια Θάτσερ. Οι Γάλλοι λατρεύουν τους αλλοδαπούς φωτογράφους. Οι Αμερικανοί αγαπούν μόνον τους Αμερικανούς και δεν αναγνωρίζουν τους Ευρωπαίους. Αυτό είναι που ονομάζεται ιμπεριαλισμός. Μια διαφορά ανάμεσα στους σημερινούς νέους φωτογράφους και σε μένα, όταν ήμουνα νέος, είναι ότι σήμερα έχουν φωτογραφική κουλτούρα. Εγώ δεν ήξερα τον Robert Frank, δεν ήξερα τίποτα εκτός από τις φωτογραφίες τών περιοδικών και ίσως μερικές τού Izis και τού Brassai στο Παρίσι. Βέβαια αυτό σημαίνει οτι είναι κατά κάποιο τρόπο λιγότερο τυχεροί γιατί πρέπει να ξεχάσουν όλα αυτά για να είναι ο εαυτός τους. Είναι δύσκολο. Πρέπει να είσαι ο εαυτός σου και να έχεις πίστη και ελπίδα. Τότε οι φωτογραφίες θα είναι καλές και οι καλές φωτογραφίες πάντα αναγνωρίζονται. Αυτό δεν αποτελεί κριτική για όσους αποπειρώνται να αντιγράψουν. Αυτήν τήν κριτική την κάνουν οι γκαλερίστες όχι οι φωτογράφοι. Ποτέ ο Kertész δεν θάλεγε σε έναν νέο φωτογράφο που τον αντέγραφε οτι κάνει Kertész. Ούτε εγώ το λέω όταν κάποιος με αντιγράφει. Προσπαθώ να βοηθήσω. Εγώ αντέγραψα τους πάντες μέχρι να καταλάβω οτι είχα ήδη από 20 ετών φωτογραφίες που ήταν δικές μου. Στο αφρικανικό μου ταξίδι. ΄Οταν γύρισα από την Αμερική το ’84 έκαψα πολλά παλιά μου αρνητικά. ΄Ολα εκείνα που είχα κάνει με ευρυγώνιο. Γιατί είμαι καλύτερος με τον "πενηντάρη" παρά με τον ευρυγώνιο. Η ποίησή μου βγαίνει με τον πενηντάρη. Αυτό δεν συμβαίνει με όλους. Μιλάω μόνον για μένα.

"Η σχέση με τις γκαλερί δεν είναι απαραίτητη για τον φωτογράφο. Πάντως όμως βοηθάει. Εγώ στην Αμερική έχω από χρόνια μια πολύ καλή γκαλερί, τού Tim Eaton. Είναι βέβαια δύσκολο για έναν νέο φωτογράφο να βρει μια γκαλερί που θα προβάλει τη δουλειά του. Πάντως όταν βρεις μια καλή γκαλερί δεν πρέπει να την "ρίχνεις". Αν δηλαδή κάποιος έρθει στο σπίτι σου να αγοράσει έργα πρέπει να τον στείλεις στην γκαλερί. Αν έρθει στη Γαλλία τον στέλνω στην Michèle Chomette. Με τις παραγγελίες είναι διαφορετικό. Αυτές είναι δική μου δουλειά. Πρέπει να είσαι πιστός στις γκαλερί, αφού κι αυτές κοιτάνε να βοηθήσουν. ΄Οταν το είπα αυτό στους πράκτορές μου στην Ισπανία (David Balzele και Chantal Grande) μου είπαν να το πω και στους Ισπανούς φωτογράφους. Οι γκαλερί συνήθως στην Ευρώπη κρατάνε το 50%. Στην Αμερική συχνά φτάνουν και στο 70%. Υπάρχουν βέβαια και συγκεκριμένα κυκλώματα που αλληλοβοηθούνται και συνεργάζονται. Οι εικαστικοί, οι εννοιολόγοι, οι ρεπορταζιακοί. Λόγου χάριν η μόδα σήμερα για έναν φωτογράφο είναι να συνεργάζεται με μια γκαλερί σύγχρονης τέχνης και όχι με μια φωτογραφική γκαλερί. Είναι αστείο. Αν και είναι αλήθεια ότι ένας φωτογράφος μπορεί να εισπράξει για ένα έργο του 5.000 FF, ένας εικαστικός φωτογράφος 50.000 FF και ένας ζωγράφος 500.000 FF. Διαφορά ενός μηδενικού.

"Ανάμεσα στους καλλιτέχνες-φωτογράφους και στους φωτογράφους τού Τύπου δεν μου αρέσει να βάζω διαχωριστικά όρια. Το βρίσκω ρατσιστικό. Και υπήρξαν υπέροχοι φωτογράφοι ρεπόρτερ όπως λ.χ. ο Weegee. ΄Αλλωστε, υπήρξα επαγγελματίας φωτογράφος. Και συχνά σε εγκαίνια καλλιτεχνικής φωτογραφίας νοιώθω πιο κοντά στους καμεραμέν τής τηλεόρασης που φιλμάρουν το γεγονός των εγκαινίων από ότι με τους καλλιτέχνες. Το να χαρακτηρίζεσαι καλλιτέχνης σε ανεβάζει σε ένα απίστευτο βάθρο. Αυτό πρέπει να το λένε οι άλλοι. Είναι πρόστυχο να το λες ο ίδιος. Αυτό είναι πολύ αμερικάνικο. I am an artist.

"Η επαγγελματική μου σχέση με τον γαλλικό Τύπο είναι η ακόλουθη. ΄Εχω το αρχείο μου σε ένα πρακτορείο (Métis) σε μεγεθυμένα κοντάκτ και αυτό τα διακινεί. ΄Οταν όμως πρόκειται για πώληση πρωτότυπων φωτογραφιών, τότε μεσολαβεί η γκαλερί τής Michèle Chomette. Ευτυχώς ο γαλλικός Τύπος χρησιμοποιεί για την εικονογράφηση σχεδόν κάθε θέματος φωτογραφίες δημιουργών-φωτογράφων. Ακόμα και για τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις δεν θεωρούμαι φωτογράφος αλλά "δημιουργός-φωτογράφος" (auteur photographe). Η λέξη βέβαια auteur στα γαλλικά δεν έχει την υπερβολή, το "δήθεν", που έχει η λέξη artiste. Υπάρχει πάντως αναγκαστικά μια διάκριση ανάμεσα στον επαγγελματία και στον δημιουργό. Ο Sieff κάνει φωτογραφίες μόδας και παράλληλα κάνει πολύ καλές προσωπικές. Είναι η διαφορά ανάμεσα στην Arbus που λατρεύω και στον Avedon που δεν χωνεύω καθόλου. Ο τελευταίος δεν είναι δημιουργός. Η Arbus έβαζε τη ζωή της πάνω στο τραπέζι. Ο Avedon ποτέ. Είναι πολύ κακά τα πορτραίτα του από την Αμερικανική Δύση. Είναι φοβερό να δίνεις πέντε δολλάρια σε έναν clochard και να τού κάνεις μια "ωραία" φωτογραφία.

"Η γυναίκα που μου τα έμαθε όλα αυτά είναι η Lisette Model, η δασκάλα τής Arbus. ΄Ηταν Αυστριακή με γαλλική κουλτούρα. Συναντηθήκαμε πολλές φορές στο San Francisco και στην Ευρώπη. Η Model ήταν πολύ αυστηρή με τους φωτογράφους. Οι γνωστοί φωτογράφοι τύπου Avedon, όταν την έβλεπαν να μπαίνει σε εγκαίνια έκθεσης, έτρεμαν. Για πολλά χρόνια χωρίς αμφιβολία ήταν αυτή που κυριαρχούσε πνευματικά πάνω στην αμερικανική φωτογραφία. ΄Ηταν μια μικρόσωμη και πολύ κομψή γυναίκα. Και οι φωτογραφίες της έχουν μεγάλη δύναμη και αυθεντικότητα. Αυτή μαζί με την Arbus και τον Weegee αποτελούν τη μεγάλη αμερικανική Σχολή φωτογραφίας, που τελικά έχει ευρωπαϊκά στοιχεία. ΄Οπως και ο Robert Frank και ο Louis Faurer. Αυτό όμως που με εκνευρίζει είναι ότι όλοι μιλάνε πάντα για τους ίδιους, ενώ υπάρχουν και πολλοί άλλοι. Ο Sid Grossman λόγου χάριν, ο Don Donaghy, ο Leo Levinstein, o John Koen, ο Saul Leiter, ο σπουδαιότερος όλων. Στη δεκαετία τού ’50 υπήρχαν πολλοί.

"Μπορεί να πουλάω φωτογραφίες αλλά πάνω από όλα αγαπάω τις τυπωμένες σε βιβλία φωτογραφίες. Οι Ευρωπαίοι γενικά έχουν αυτήν την αντίληψη. Μου αρέσουν μάλιστα οι φωτογραφίες τυπωμένες σε χαρτί γραφής. Τουλάχιστον οι δικές μου. ΄Ισως κάτι τέτοιο δεν θα ταίριαζε σε φωτογραφίες τύπου Ansel Adams, αλλά πάντως στις δικές μου ταιριάζει. Η φωτογραφία πρέπει να συνδυάζει την ελευθερία τής λήψης με την κουλτούρα που ενσωματώνει. Γι αυτό πιστεύω ότι οι φωτογραφίες μου είναι ευρωπαϊκές και όχι αμερικάνικες. ΄Οταν πάω στο σινεμά και βλέπω τις ΄Αγριες Φράουλες τού Bergman, ή τον Λόγο τού Dreyer, ή τις ταινίες τού Bresson, νοιώθω πιο κοντά σ’ αυτούς παρά στους αμερικανούς φωτογράφους. Η κουλτούρα μου είναι όλα αυτά, είναι ο Corot και ο Balzac, αλλά όταν ήμουνα είκοσι χρόνων ήθελα να ξεφύγω από το κουλτουριάρικο περιβάλλον τού Παρισιού και να πάω στην Αμερική on the road με τους μπήτνικς. ΄Αλλωστε η κουλτούρα μας είναι αυτό: συνδυασμός τής ελευθερίας στους δρόμους τής Αμερικής με την ευρωπαϊκή παιδεία. ΄Οταν όμως βρίσκομαι σε κύκλους αμερικανικής φωτογραφίας, τα πράγματα είναι διαφορετικά. Κινούμαι διαφορετικά από αυτούς όταν φωτογραφίζω. Είμαι πιο θηλυκός. Λόγου χάριν ο Winogrand είναι πιο αρσενικός. ΄Οταν φωτογραφίζει γυναίκες είναι στα όρια τής γροθιάς. Με κάνει να αισθάνομαι λίγο άσχημα. Εν τούτοις τον διακρίνει μια σεμνότητα.

"Η φωτογραφία είναι μοναχική τέχνη. Παρόλα αυτά εγώ μπορώ να φωτογραφίζω παρέα με άλλον χωρίς να τον ενοχλώ ή να με ενοχλεί. Με τη γυναίκα μου την Francoise Nunez ταξιδεύαμε πάντα μαζί, αλλά τώρα το αποφεύγουμε γιατί καταλήγουμε να κάνουμε τις ίδιες φωτογραφίες. Με τον φίλο μου τον Daniel είναι πιο εύκολο γιατί έχουμε πολύ διαφορετικές ιδιοσυγκρασίες. Αυτός είναι ήρεμος κι εγώ νευρικός. Και περπατάμε πάρα πολύ. Παλαιότερα πηγαίναμε τρίο. Μαζί με τον Douglas Keats. ΄Εναν πολύ καλό φωτογράφο με μεγάλη μηχανή 8Χ10 και αδικαιολόγητα άγνωστο, αν και δεν επιδίωξε ποτέ να γίνει γνωστός. Τώρα περνάει τις "κλειστές" του κι έτσι μείναμε δύο."

 
< Prev   Next >
 
contact info

Website built by LimasWebDesign.com