Home arrow Notes arrow André Kertész  
 
E-mail

André Kertész

Τής Γκλόρυς Ροζάκη

Βιογραφικά

Ο André Kertész γεννήθηκε στην Βουδαπέστη στις 2 Ιουλίου τού 1894, μεσαίος γιος μιας μεσοαστικής Εβραϊκής οικογένειας. Ο πρόωρος θάνατος τού πατέρα του, θα τον αναγκάσει να κάνει εμπορικές σπουδές και να δουλεύει παράλληλα στο Χρηματιστήριο. Τόσο οι σπουδές του, όσο και το επάγγελμά του, τον ενδιαφέρουν ελάχιστα. Προτιμά να επισκέπτεται διάφορα μουσεία και να κάνει βόλτες στην εξοχή, ψαρεύοντας ή κολυμπώντας στον Δούναβη.

Σε ηλικία έξι μόλις ετών, το 1900, πρωτοβλέπει περιοδικά με φωτογραφίες. Κυριολεκτικά μαγεμένος, αποφασίζει ότι θα γίνει φωτογράφος, όταν μεγαλώσει. Αργότερα θα πει ότι από πολύ νωρίς έβλεπε τον κόσμο φωτογραφικά, “συνθέτοντας με το μάτι” πολύ πριν αξιωθεί με τις πρώτες του οικονομίες να αγοράσει (το 1912, 18 ετών) την πρώτη του μηχανή που ήταν μια ICA με πλάκες 4,5x6. Θα πάρει την μηχανή μαζί του πηγαίνοντας το 1914 στρατιώτης στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, πράγμα που, όπως έλεγε, τον βοήθησε να επιβιώσει. Μετά τον πόλεμο επιστρέφει με μισή καρδιά στο Χρηματιστήριο. Για λίγο καιρό αλλάζει δουλειά και ασχολείται με τη μελισσοκομία. Αλλά η βασική του ασχολία και η μόνη πηγή χαράς είναι γι αυτόν η φωτογράφηση.

Το 1925 ο André Kertész φεύγει για το Παρίσι - όπου φτάνουν συνεχώς και πολλοί άλλοι ξένοι καλλιτέχνες - με την οριστική απόφαση να αφοσιωθεί στη φωτογραφία. Η πόλη τον γοητεύει και αρχίζει αμέσως να την περιδιαβάζει και να την φωτογραφίζει. Το Παρίσι είναι την εποχή αυτή η καλλιτεχνική καρδιά τού κόσμου, παρόλο που αντίστοιχους πόλους έλξης αποτελούν και η Γερμανία και η Νέα Υόρκη. Ο Kertész αρχίζει να συναναστρέφεται διάφορους γνωστούς καλλιτέχνες, τόσο Γάλλους όσο και ξένους, μεταξύ των οποίων και πολλούς Ούγγρους. Μέσα σε λιγότερο από ένα χρόνο η δουλειά του γίνεται γνωστή και πολλά περιοδικά τού ζητούν φωτογραφίες. Το 1928 αγοράζει μία από τις πρώτες Leica. Οι παραγγελίες πολλαπλασιάζονται, ενώ ταυτόχρονα φωτογραφίζει αδιάκοπα και για τον ίδιο, χωρίς συγκεκριμένο αντικείμενο, τη ζωή στους δρόμους, τούς φίλους του κ.λ.π. Πολύ σύντομα θα κάνει και τις πρώτες του εκθέσεις και θα πουλήσει και μερικές φωτογραφίες σε συλλογές Μουσείων. Ακολουθούν τα βιβλία, όπου κυριαρχούν οι προσωπικές του φωτογραφίες από το αγαπημένο του Παρίσι, την πόλη που τον δέχτηκε στους κόλπους της και τον αναγνώρισε σαν ταλαντούχο φωτογράφο, την πόλη όπου βρήκε τον εαυτό του και οριστικοποίησε τη φωτογραφική του ματιά. Το 1931 έρχεται να τον βρει η μετέπειτα γυναίκα του και από πολλών χρόνων αγαπημένη του, η Elisabeth.

To 1935 υπήρξε μια μοιραία χρονιά για τον Kertész. Αποφασίζει να φύγει με την γυναίκα του για τη Νέα Υόρκη, μετά από μία πρόταση τού πρακτορείου Keystone. Υπολογίζει να λείψει ένα χρόνο περίπου. Όμως, χάρη σε μια παράξενη συγκυρία, θα ζήσει εκεί την υπόλοιπη ζωή του. Και αυτό, παρά το γεγονός οτι στη χώρα αυτή δεν θα βρει, για πολλά χρόνια, ούτε αναγνώριση, ούτε την αγάπη, που τόσο αφειδώς τού είχε επιδαψιλεύσει το Παρίσι. Τα διάφορα ειδησεογραφικά περιοδικά, που ανθούν την εποχή αυτή στην Αμερική, βρίσκουν τις φωτογραφίες του πολύ προσωπικές, πολύ “ομιλητικές”, όπως τού είπε ένα από αυτά, εννοώντας προφανώς ότι δεν ήταν αρκετά αδιάφορες για να τις σχολιάσουν όπως θάθελαν οι εκδότες, και από την άλλη καθόλου “εντυπωσιακές”, και επομένως ελκυστικές, για τους αναγνώστες. Ο Kertész πικραίνεται πολύ με όλα αυτά, αλλά δεν κάνει την παραμικρή υποχώρηση. Διακόπτει τη συνεργασία του με το Keystone. Επιβιώνει χάρη σε μια μικρή επιχείρηση τής Elisabeth. Από την άλλη μεριά, η δουλειά του δεν αναγνωρίζεται (παρά μόνον σποραδικά) ούτε από τούς “καλλιτεχνικούς” φωτογραφικούς κύκλους, δηλ. από τα μουσεία, τις γκαλερί και τους εκδοτικούς οίκους. Θα κάνει την πρώτη του ατομική έκθεση μετά 10 χρόνια, το 1945 στο Σικάγο, ενώ στην Νέα Υόρκη θα εκθέσει μόνος του για πρώτη φορά το 1964 στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης. Το 1945 με πρωτοβουλία τού Alexei Brodovitch, βγαίνει ένα βιβλίο του με τίτλο “Day of Paris”, το οποίο περιλαμβάνει μόνο γαλλικές φωτογραφίες. Παρόλη την πικρία του, δεν είναι εύκολο για τούς Kertész να γυρίσουν στο Παρίσι, λόγω τού Πολέμου, και το ΄44 αποκτούν και οι δυο τους την Αμερικανική υπηκοότητα. Κατά τα χρόνια που ακολουθούν ο Kertész θα έχει μια περιορισμένη συνεργασία με μερικά περιοδικά, έως ότου, το 1949, υπογράψει ένα αποκλειστικό συμβόλαιο με το περιοδικό “House and Garden”, όπου θα δουλέψει έως το 1962. Παράλληλα, φωτογραφίζει και με τη Leica στον ελεύθερο χρόνο του (που όμως είναι λίγος), παραμένοντας όμως πάντοτε στο περιθώριο των αμερικανικών καλλιτεχνικών κύκλων.

Από το 1962 και μετά, και κυρίως από τότε που ο Szarkowski τού κάνει έκθεση στο MOMA (1964) αρχίζει (σιγά-σιγά πρώτα και ραγδαία στη συνέχεια) μια διεθνής πλέον και σε όλα τα επίπεδα αναγνώριση τού Kertész. Εκθέτει σ’ όλο τον κόσμο, εκδίδει βιβλία, δέχεται διεθνείς διακρίσεις. Ωστόσο, δεν θα ξεπεράσει ποτέ την πικρία του απέναντι στις Η.Π.Α.

Το 1977 η Elisabeth πεθαίνει από καρκίνο και ο ίδιος είναι πια 83 ετών. Εξακολουθεί να ζει στο διαμέρισμα όπου έζησαν σχεδόν από την αρχή, πάνω στη Washington Square, και φωτογραφίζει ακόμα, παρόλο που τα χέρια του χάνουν σιγά-σιγά τη σταθερότητά τους. Προς το τέλος τής ζωής του, φωτογραφίζει με ένταση, αποκλειστικά μέσα στο σπίτι του, διάφορες συνθέσεις αντικειμένων, στη μνήμη τής Elisabeth, καθώς και εικόνες από το παράθυρό του, που θα γίνουν βιβλίο το 1981 με τίτλο “From my window”. Η διεθνής αναγνώριση συνεχίζεται και το 1982 παίρνει το μεγάλο εθνικό βραβείο φωτογραφίας στο Παρίσι. Πέθανε στο διαμέρισμά του στις 28 Σεπτεμβρίου τού 1985 σε ηλικία 91 ετών.

André Kertész

“Η ευτυχία ενός ανθρώπου που νοιώθει τη φύση είναι να την αποδώσει”, Delacroix

“Κάθε φωτογραφία τού Kertész περιέχει μιαν έκπληξη”, H. C. Bresson

Αυτό το προϊόν τής ανθρώπινης δραστηριότητας που ονομάζουμε Τέχνη είναι κάτι το εξαιρετικά πολύπλοκο και συγχρόνως κάτι το απίστευτα απλό. Είναι πολύπλοκο στο επίπεδο των εσωτερικών διεργασιών, καθώς και των διαφόρων επιδράσεων και τού μετασχηματισμού τους, που συντελούνται στον εσωτερικό κόσμο τού καλλιτέχνη, εν ολίγοις όλων των συντελεστών που επιδρούν στη δημιουργική διαδικασία. Και εξαιρετικά απλό με την έννοια οτι από τη στιγμή που το Έργο υπάρξει, αποτελεί ένα θαύμα αυτοτέλειας και αυτάρκειας, τού οποίου η ουσία, δηλαδή εκείνο που το κάνει αληθινά μεγάλο, εκείνο που μάς συγκινεί σ’ αυτό, δεν μπορεί ποτέ να εκφραστεί με τρόπο ισοδύναμο (γιατί αν θα μπορούσε θα είχαμε να κάνουμε με ένα άλλο έργο κ.ο.κ.). Εννοείται ότι η λέξη “απλό” δεν χρησιμοποιείται εδώ με την έννοια τού εύκολου, αλλά όπως είναι απλά (και ταυτόχρονα ανεξήγητα) όλα τα μεγάλα γεγονότα, ένα θαύμα, μια θυσία, η γέννηση, ο θάνατος. Γεγονότα μπροστά στα οποία στεκόμαστε αδύναμοι, συγκινημένοι και ταπεινοί.

Οι σκέψεις αυτές έγιναν με αφορμή μερικά αναγνώσματα για τον Kertész, που αναφέρονταν στο “έργο και στον άνθρωπο”, ενώ ταυτόχρονα κοιτούσα τις φωτογραφίες του, που -σιωπηλές- έστεκαν στο περιθώριο -κυριολεκτικά- των σελίδων. Συνειδητοποίησα δηλαδή και πάλι εκείνο που συνειδητοποιώ κάθε φορά, όταν μελετώ το έργο ενός φωτογράφου (και όχι μόνον), ότι όσο κι αν μιλήσουμε γι αυτό, όσο κι αν το αναλύσουμε από διάφορες σκοπιές, η ουσία του, η μαγεία του θα παραμένει άρρητη. Κι ωστόσο, δεν μπορούμε παρά να το κάνουμε αυτό, δηλαδή να προσπαθούμε να το προσεγγίσουμε, κυρίως γιατί έτσι καλλιεργείται η ευαισθησία μας και αυξάνει η δεκτικότητά μας.

Οι φωτογραφίες τού Kertész είναι σαν το νερό που αναβλύζει αβίαστα από την πηγή. Μοιάζουν αυτονόητες. Πρώτα-πρώτα, έχουν μια φυσικότητα που οφείλεται τόσο στα θέματά τους, που εκτός από ελάχιστες εξαιρέσεις ανήκουν στον οικείο χώρο τής καθημερινής ζωής, όσο και στον τρόπο που αυτά φωτογραφίζονται: με σεβασμό και από κάποια απόσταση, χωρίς έμφαση ή δραματοποίηση. Επιπλέον, είναι τόσο σοφά καδραρισμένες (είναι όλα τόσο πολύ εκεί όπου θα έπρεπε να είναι), ώστε εκ πρώτης όψεως είναι σα να μην έχει υπάρξει μέλημα κάδρου, σαν να οφείλονται όλα στην αρμονία τού ίδιου τού κόσμου, ή σαν να μην μπορούσαν να είναι αλλιώς. Ωστόσο, ο κόσμος που βλέπουμε σ’ αυτές δεν είναι ο οποιοσδήποτε. Έχει μια όψη ποιητική, άλλοτε αδιόρατα μελαγχολική άλλοτε ανεπαίσθητα παιγνιώδη. Πράγμα που βέβαια μάς υπενθυμίζει ότι πίσω από αυτές υπάρχει ένα βλέμμα, μια παρουσία. Έστω διακριτική, έστω αθώα.

Πόσο αθώα είναι όμως η παρουσία τού André Kertész πίσω από τις ανυπόκριτες και αφτιασίδωτες φωτογραφίες του; Μόλις ξεπεράσει κανείς την πρώτη εντύπωση τής φαινομενικής ευκολίας των φωτογραφιών αυτών, αρχίζει να αντιλαμβάνεται με δέος, όχι μόνο πόσο σοφές είναι, όχι μόνο πόσο αλάνθαστο και άγρυπνο μάτι έχει ο Kertész, αλλά και πόσο δουλεμένες πρέπει να είναι. Δουλεμένες όχι με την έννοια τής προετοιμασίας και τού στησίματος τής επιμέρους φωτογραφίας (αυτό το έκανε μόνο με την επαγγελματική του δουλειά στην Αμερική), αλλά με την έννοια τής αέναης προετοιμασίας και εξάσκησης τού ματιού (και ολόκληρης τής ύπαρξης τού καλλιτέχνη) προκειμένου να αποδώσει πλαστικά τον κόσμο.

Οι φωτογραφίες που ο Kertész πρωτοβλέπει στη ζωή του, είναι φωτογραφίες περιοδικών και όχι καλλιτεχνικές κατασκευές, που εκείνη την εποχή ήταν διαποτισμένες από την αισθητική τού πικτοριαλισμού. Και προφανώς συλλαμβάνει αμέσως το γεγονός, ότι το καταπληκτικό με τη φωτογραφία είναι ότι αποτυπώνει την πραγματικότητα. Είναι κάτι που τον μαγεύει και τον γεμίζει αφάνταστη χαρά. Είναι πολύ μικρός για να συνειδητοποιήσει πόσο δημιουργική μπορεί να είναι αυτή η “αποτύπωση”, αλλά αυτό συμβαίνει, ασυνείδητα ίσως στην αρχή, μόλις αρχίζει να φωτογραφίζει με την πρώτη του μηχανή. Ήδη, στις φωτογραφίες του τής πρώτης αυτής περιόδου, που εκτείνεται από το 1912 έως το 1925 (εποχή που φεύγει για το Παρίσι), διακρίνει κανείς τα βασικά χαρακτηριστικά τού ύφους του, που είναι η καθαρότητα τού βλέμματος και η οικονομία στην φόρμα, η απουσία οποιουδήποτε τεχνάσματος ή υπερβολής και, ταυτόχρονα, η αυστηρή συγκρότηση του κάδρου. Αν σκεφτεί κανείς, ότι η σύγχρονή του Ουγγρική καλλιτεχνική φωτογραφία κολυμπάει στα νάματα τού πικτοριαλισμού, είναι εντελώς αξιοθαύμαστο το γεγονός ότι ο Kertész, από την αρχή, απορρίπτει εντελώς οποιαδήποτε σχέση με αυτόν και ότι δεν αναζήτησε ποτέ -ούτε τότε ούτε αργότερα- κάποιο έξωθεν αισθητικό ή θεωρητικό στήριγμα για τη δουλειά του. Χωρίς καμιά αμφιταλάντευση η ματιά του είναι από την αρχή απόλυτα φωτογραφική και είναι χαρακτηριστικό ότι αργότερα θα υποστηρίξει ότι “ή γεννιέται κανείς έτσι ή όχι”, πιστεύοντας ότι αυτό ίσχυε απόλυτα για τον ίδιο, ότι δηλαδή ήτανε προικισμένος με μιαν έμφυτη φωτογραφική αίσθηση του κόσμου. Ίσως αυτό να ακούγεται κάπως αλαζονικό, προσωπικά όμως το βρίσκω αφοπλιστικά ειλικρινές και, πάντως, αληθινό.

Ο Kertész δεν φωτογραφίζει κάποιο συγκεκριμένο θέμα. “Φωτογραφίζω μόνο ό,τι μου αρέσει” συνήθιζε να λέει, ή ακόμα, “η φωτογραφία είναι το ημερολόγιο μου γραμμένο με το φως”, ή “η φωτογραφία είναι η συμμετοχή μου στην καθημερινή ζωή”. Παρόλο που τα χρόνια που ζει στην Ουγγαρία είναι τόσο φορτισμένα κοινωνικά και πολιτικά, στις εικόνες του δεν βρίσκουμε ούτε κοινωνικά σχόλια ούτε ιστορικές αναφορές. Οι φωτογραφίες του μάς δείχνουν σκηνές περαστικές δίπλα στον Δούναβη ή στα πάρκα της Βουδαπέστης, τσιγγάνους, παιδιά, περιπλανώμενους μουσικούς, ζευγαράκια ερωτευμένων, διάφορους φίλους του, αλλά και τα χέρια της μητέρας του σε κοντινό πλάνο. Σε αντίθεση με τον Sudek ή με τον Atget (με τους οποίους θα λέγαμε ότι υπάρχει μία εσωτερική συγγένεια), το ανθρώπινο στοιχείο υπάρχει πάντα στις φωτογραφίες τού Kertész, έστω και σε απόσταση, έστω και ως -σημαντική- λεπτομέρεια. Από την άλλη μεριά οι φωτογραφίες αυτές δεν έχουν καμιά σχέση με την λεγόμενη φωτογραφία δρόμου, το γνωστό φωτογραφικό είδος που άνθισε κυρίως στην Αμερική λίγο αργότερα. Οι φωτογραφίες τού Kertész δεν κατατάσσονται θεματικά -έστω και με την ευρεία έννοια- σε κανένα από τα γνωστά είδη. Στο Παρίσι θα επιδοθεί σε μία ατέλειωτη περιήγηση τής πόλης, αλλά δεν θα φωτογραφίσει ούτε τα μνημεία, ούτε τα πάρκα καθεαυτά, ούτε και τα καφενεία, ούτε τη νύχτα. Φωτογραφίζει οτιδήποτε βρεθεί μπροστά του και τον ελκύει οπτικά και συναισθηματικά: προσόψεις σπιτιών, παράθυρα, καρέκλες στο πάρκο, δέντρα, περαστικούς, καθημερινές σκηνές, πορτραίτα φίλων, αντικείμενα, “νεκρές φύσεις” (ή ακριβέστερα συνθέσεις πραγμάτων που συναντά τυχαία στις περιπλανήσεις του και που επανασυνθέτει ο ίδιος μέσα από το κάδρο του). Δουλεύει παράλληλα για πάμπολλα περιοδικά διατηρώντας πάντα μια σημαντική ευχέρεια κίνησης και ανεξαρτησίας. Στα πλαίσια τής συνεργασίας του με ένα από αυτά θα κάνει και την περίφημη σειρά των Distorsions (Παραμορφώσεων), που δεν είναι τίποτε άλλο από φωτογραφίες γυναικείων μορφών, όπως αυτές εμφανίζονται μέσα σε παραμορφωτικούς καθρέφτες.

Η έλλειψη συγκεκριμένων τάσεων στη θεματολογία τού Kertész έχει κάνει πολλούς μελετητές του να χαρακτηρίσουν το έργο του μη ταξινομήσιμο. Η αμηχανία και οι πρακτικές δυσκολίες που δημιουργεί σε πολλούς η αδυναμία υπαγωγής του σε μια συγκεκριμένη θεματική κατηγορία επαυξάνονται ακόμα περισσότερο από το γεγονός ότι ο Kertész ουδέποτε προσχώρησε σε κάποιο καλλιτεχνικό κίνημα ή ρεύμα. Διάφοροι μελετητές του βρίσκουν ότι έχει στοιχεία σουρεαλιστικά, άλλοι ότι επηρεάστηκε από τον κυβισμό. Δεν χωράει αμφιβολία ότι με το να ζει στο Παρίσι και να αναπτύσσει φιλικές σχέσεις με τους σημαντικότερους εκπροσώπους τού καλλιτεχνικού κόσμου, ο Kertész δέχτηκε ποικίλες επιδράσεις, αλλά και επηρέασε και ο ίδιος τούς σύγχρονούς του. Το γεγονός ότι ποτέ δεν εντάχθηκε σε κάποιο χώρο αποκλειστικά (όπως π.χ. ο Man Ray στους σουρεαλιστές) οφείλεται στην ανεξάρτητη ιδιοσυγκρασία του και στην ιδιοφυία του, η οποία λειτουργούσε σαν χωνευτήρι των οποιωνδήποτε επιδράσεων. Από αυτήν την άποψη ο Kertész υπήρξε ένα φαινόμενο καλλιτεχνικό, αφού η πληθωρική παραγωγή του επί τόσα πολλά χρόνια διατήρησε ένα ύφος αμετακίνητα προσωπικό χωρίς ρωγμές από παροδικές αμφιταλαντεύσεις ή παραχωρήσεις.

Αυτό δεν σημαίνει ότι το ευθύς εξ αρχής αναγνωρίσιμο ύφος του δεν παρουσιάζει κάποια εξέλιξη μέσα στον χρόνο. Η εξέλιξη όμως αυτή εξυπηρετεί την ενδυνάμωση τού ύφους του και δείχνει, βέβαια, ότι παρά τη σιγουριά του, ο Kertész επιδιώκει συνεχώς τη βελτίωση τής δουλειάς του, κυρίως μέσα από την συμπύκνωση των εικόνων, δηλ. την ολοένα μεγαλύτερη ταύτιση μορφής και περιεχομένου. Η συμπύκνωση αυτή πετυχαίνεται μέσα από μια αυξανόμενη λιτότητα και σαφήνεια, μέσα από την απομάκρυνση τού περιττού, με άλλα λόγια μέσα από την αφαίρεση που στοχεύει στην ανάδειξη και ταυτόχρονα στην υπέρβαση τού πραγματικού. Μέσα από τη διαδικασία μιας αυστηρά συγκροτημένης σύνθεσης -που αρχίζει να γίνεται πιο εμφανής στη διάρκεια τής παραμονής του στο Παρίσι - ο Kertész καταφέρνει επίσης να δαμάσει ακόμα περισσότερο την οποιαδήποτε διάβρωση τής εικόνας από το συναίσθημα. Γιατί ο Kertész ήταν ένας άνθρωπος από την φύση του συναισθηματικός και κυρίως, θα λέγαμε, ρομαντικός, για τον οποίο η ίδια η καθημερινότητα ήταν διαποτισμένη από ποίηση και μυστήριο. Παρά την έλλειψη δραματοποίησης και τη διακριτική του απόσταση από τα πράγματα, η ματιά του είναι συχνά αδιόρατα μελαγχολική. Όμως το ένστικτό του και η καλλιτεχνική του ιδιοφυία όχι μόνο επιβάλλονται πάνω στη ρομαντική του ιδιοσυγκρασία, αλλά καταφέρνουν να μετατρέψουν μια καταρχήν αδυναμία σε κυρίαρχο εκφραστικό όπλο. Πράγματι, θα μπορούσαμε να πούμε ότι παράλληλα με την μετάβασή του προς μιαν αυστηρότερη, πιο αφηρημένη φόρμα, η αγάπη του για το ποιητικό, το μαγικό, το μυστηριώδες, μεταβάλλεται κι αυτή σιγά-σιγά σε στήριγμα τής φόρμας και ισχυροποιεί τη σύνθεση. Σχεδόν σε όλες τις φωτογραφίες τού Kertész υπάρχει ένα στοιχείο, μια λεπτομέρεια απροσδόκητη, μια νότα έκπληξης, ένα είδος ρωγμής στην καλά συγκροτημένη σύνθεση, που δεν είναι πάντα εύκολα αντιληπτή, αλλά που λειτουργεί έστω και έτσι, υποδόρια θα λέγαμε. Όμως αυτό που ίσως φαίνεται σαν ρωγμή είναι μια ενστικτώδης επιλογή τού φωτογράφου, που ουσιαστικά στηρίζει και αξιοποιεί την ίδια τη σύνθεση, γίνεται κλειδί της. Δημιουργεί μια αίσθηση μαγείας, αλλά η μαγεία που διαποτίζει την εικόνα είναι μέρος τής δημιουργικής διαδικασίας. Η λεπτομέρεια αυτή, π.χ. η αντιπαράθεση δύο στοιχείων, μια κίνηση, μια ατέλεια, δεν έχει τον κυρίαρχο ρόλο στην εικόνα και δεν δημιουργεί έντονο σοκ, όπως σε μια αμιγώς σουρεαλιστική φωτογραφία. Ανήκει περισσότερο στη σφαίρα τού υπονοούμενου, αποτελεί ένα είδος διείσδυσης τού υποκειμενικού στο αντικειμενικό. Απορρέει από μια αισθητική νηφάλιου στοχασμού και όχι εύκολων εντυπωσιασμών.

Η αισθητική αυτής της διακριτικής, νηφάλιας και στοχαστικής προσέγγισης των πραγμάτων, ο ιδιότυπος αυτός νατουραλισμός που ελέγχεται με τόση μαεστρία και φαινομενική ευκολία από την στέρεη οικοδόμηση τού κάδρου και που φιλτράρεται, ανεπαίσθητα πάντα, από τη μαγεία και το μυστήριο τής ζωής, θα εξακολουθήσουν να χαρακτηρίζουν το έργο τού Kertész και σ’ όλη την περίοδο κατά την οποία έζησε στη Νέα Υόρκη. Κοιτώντας τις “αμερικανικές” φωτογραφίες του και κυρίως των πρώτων τριάντα χρόνων (από τα πενήντα χρόνια που έζησε εκεί), αντιλαμβανόμαστε ότι χάρη στην ευφυία του και στο φοβερό του φωτογραφικό αισθητήριο έχει πλήρως κατανοήσει και αφομοιώσει πνευματικά όλες τις σύγχρονες τάσεις τής Αμερικανικής φωτογραφίας, από την ντοκουμενταρίστα Berenice Abbott, ως την λεγόμενη σχολή τής Νέας Υόρκης (μια ομάδα φωτογράφων επηρεασμένων από τoν Cartier-Bresson και τον Walker Evans, αλλά με πολύ προσωπικό ύφος ο καθένας -Helen Levitt, Louis Faurer, Lisette Model κ.α., που με τη σειρά τους θα επηρεάσουν αργότερα τον Robert Frank, την Arbus και άλλους νεότερους φωτογράφους). Όπως συνέβη όμως και στο Παρίσι, έτσι και εδώ, ο Kertész παραμένει Kertész ακόμα και στην επαγγελματική του δουλειά, στην οποία, ενώ δίνει τον καλύτερό του εαυτό με συνέπεια και εξαιρετική ευσυνειδησία, δεν αφήνεται ποτέ να τον αφομοιώσει και να τον αλλάξει.

Εκείνο που μπορούμε να παρατηρήσουμε σχετικά με τη δουλειά του την περίοδο αυτή, και που έχει να κάνει προφανώς με δικές του εσωτερικές διεργασίες, είναι μια ακόμα μεγαλύτερη ροπή προς την αφαίρεση και την ενασχόληση με τη φόρμα, που είναι περισσότερο εμφανής στις ”αρχιτεκτονικές” φωτογραφίες του τής Νέας Υόρκης, καθώς και στις περίφημες φωτογραφίες τής Washington Square, που παίρνει από το παράθυρό του και που θα εκδοθούν σ’ ένα ομώνυμο βιβλίο το 1975. Όμως, ακόμα και αυτές τις φωτογραφίες δεν θα μπορούσαμε ποτέ να τις χαρακτηρίσουμε φορμαλιστικές, και μόνο γιατί κι εδώ υπάρχουν όλα τα στοιχεία που προαναφέραμε, και, πάνω από όλα, εκείνο το μοναδικό πάντρεμα τής φυσικότητας και τής μαγικής διάστασης τής ζωής. Το μεγαλείο όμως τού Kertész, που είναι τελικά το μεγαλείο τής Τέχνης, είναι ανεξάντλητο. Ζώντας πια μόνος, δέκα χρόνια μετά τον θάνατο τής γυναίκας του, στα 87 του χρόνια, στο ίδιο πάντα διαμέρισμα στο Greenwhich Village πάνω απ’ την πολυφωτογραφημένη Washington Square, ο Kertész φωτογραφίζει συνεχώς μέσα στο σπίτι. Δεν βλέπει πια καλά και τα χέρια του τρέμουν. Χρησιμοποιεί μια Polaroid πάνω σε τρίποδο και έγχρωμο φιλμ. Στη μνήμη τής Elisabeth κατασκευάζει διάφορες “νεκρές φύσεις” από αγαπημένα αντικείμενα, που τοποθετεί κοντά στο παράθυρο, ανάμεσα στην παλιά του αλληλογραφία και στα βιβλία του. Φωτογραφίζει καμιά φορά και την πλατεία από κάτω, όπου πάντα υπάρχει το ανθρώπινο στοιχείο, αλλά ακόμα πιο απόμακρο τώρα. Παρά τη φυσική του αδυναμία, οι φωτογραφίες του μοιάζουν και πάλι να ξεπηδούν εύκολα. Σκέφτεται κανείς πόσο φορτισμένες πρέπει να είναι αυτές οι φωτογραφίες. Από αναμνήσεις, από αγάπη, από θυμό, από τη γνώση τού επερχόμενου τέλους. Τίποτε απ’ όλα αυτά δεν βγαίνει στην επιφάνεια. Κυριαρχούν και εδώ η περιέργεια και ο θαυμασμός τού καλλιτέχνη, η ανάγκη τής έκφρασης, μέχρι το τέλος.

Ο Kertész υπήρξε κατ’ εξοχήν ο άνθρωπος τής πρακτικής, που δεν θεωρητικοποίησε ποτέ τη δουλειά του και τις απόψεις του. Οποτεδήποτε εκφράστηκε για το πώς έβλεπε την φωτογραφία, το ύφος του είχε μάλλον μια κατασταλαγμένη βεβαιότητα; παρά οποιαδήποτε αναλυτική διάθεση. “Είμαι ερασιτέχνης”, είχε πει κάποτε, “και σκοπεύω να παραμείνω ερασιτέχνης σ’ όλη μου τη ζωή. Για μένα, η φωτογραφία πρέπει να συλλαμβάνει τη βαθύτερη φύση των πραγμάτων… Τόσο οι φωτογράφοι που κάνουν ρεπορτάζ, όσο και οι ερασιτέχνες, προσπαθούν να φτιάξουν μιαν ανάμνηση ή ένα ντοκουμέντο: αυτό είναι η καθαρή, η γνήσια φωτογραφία”. Ήξερε, ωστόσο, καλά ότι ακόμα και η πιο καθαρή φωτογραφία εμπεριέχει τον φωτογράφο. Όταν τού είχαν πει ότι οι φωτογραφίες του “μιλούσαν πολύ”, είχε αντιτάξει ότι “δεν μπορούσε να χρησιμοποιήσει την μηχανή του, χωρίς να εκφραστεί”. Σ’ ολόκληρη τη ζωή του δεν κάνει τίποτε άλλο, από το να ορίζει και να ξαναορίζει τη σχέση ανάμεσα σ’ αυτό που υπάρχει και στον τρόπο με τον οποίο εκείνος το βλέπει, ή, καλύτερα, από το να ψάχνει να βρει το φωτογραφικό “ισοδύναμο” τού πραγματικού. Οι φωτογραφίες τού André Kertész μάς δείχνουν τον κόσμο, αλλά μάς μιλάνε για τη φωτογραφία.

 
< Prev   Next >
 
contact info

Website built by LimasWebDesign.com